Για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΟΔΑΣ

1997. Η Θεσσαλονίκη, Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης. Στις παλιές αποθήκες του λιμανιού έχει βρεθεί ο καλύτερος ίσως χώρος που θα μπορούσε, για να φιλοξενηθεί η μεγάλη έκθεση σκηνογραφίας τριών από τους επιφανέστερους Ευρωπαίους σκηνογράφους.

Προχωρημένος Οκτώβρης. Η ομίχλη χύμηξε μαζί με το πρώτο φως της μέρας στην πόλη και τώρα, λίγο πριν από τις 10, ένα σχεδόν ανεπαίσθητο ψιλόβροχο σαρώνει τις πλατιές αλάνες του λιμανιού ανάμεσα στις αποθήκες. Ο νεαρός τσαλαβουτάει τρέχοντας με νεύρο στις ρηχές λιμνούλες που έχουν σχηματιστεί. Την ώρα που ξεκλείδωνε το μεγάλο λουκέτο της αποθήκης 10, ένα αυτοκίνητο φάνηκε από το βάθος κοντά στην είσοδο του λιμανιού να πλησιάζει. Η βροχή που προφανώς έχει αποθαρρύνει επισκέπτες να έρθουν στην έκθεση σκηνογραφίας εκείνο το πρωί δεν τα έχει καταφέρει με όποιον κλείνει την πόρτα του αυτοκινήτου. Πριν ακουστεί ο ήχος της απομάκρυνσης του οχήματος, μια φιγούρα με μπλε παλτό και το σκούρο μπλε καπέλο τύπου τραγιάσκας, εμφανίζεται στο άνοιγμα της μεγάλης συρόμενης πόρτας της αποθήκης 10.

– Μπορώ να περάσω;

– Ναι, φυσικά…

Η αμηχανία, μάλλον, είναι που χρωματίζει τη φράση του νεαρού, καθώς προσπαθεί να ανταποκριθεί στην ερώτηση και ταυτόχρονα να συνειδητοποιήσει την ταυτότητα του κυρίου που ήδη έκανε τα πρώτα βήματα στον χώρο της έκθεσης. Τρία μόλις χρόνια μετά την αποφοίτησή του από τη σχολή κινηματογράφου, ο νεαρός υποδεχόταν, απρόβλεπτα, τον θεωρούμενο μεγαλύτερο Έλληνα σκηνοθέτη στον χώρο όπου εργαζόταν. Και θα βρισκόταν μαζί του εκεί, μόνοι, την υπόλοιπη τουλάχιστον μισή ώρα. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος περιπλανιόταν στην έκθεση.

Η αρχική επιθυμία να μιλήσεις με έναν άνθρωπο που η διαδρομή της ζωής του έδειχνε αποδεδειγμένα ότι διακατέχεται από το ίδιο πάθος που σκιτσάρει τα δικά σου όνειρα έδωσε τη θέση της στη διακριτικότητα.

Ο νεαρός πλησιάζει ήρεμα:

– Εάν χρειαστείτε οποιαδήποτε πληροφορία μη διστάσετε να μου πείτε…

– Ευχαριστώ πολύ, ευχαριστώ.

Ο νεαρός επέστρεψε στο γραφείο του δίπλα στη μεγάλη πόρτα της αποθήκης. Όταν, μετά από λίγο, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος πέρασε μπροστά από τον χώρο υποδοχής για να συνεχίσει την επίσκεψή του στην έκθεση, βρήκε τον νεαρό όρθιο μπροστά στο μεγάλο τραπέζι. Ένα αδιόρατο αλλά παρ’ όλα αυτά ζεστό χαμόγελο στον νεαρό γεννούσε αμφιβολίες για το σκληρό, αταλάντευτο, άκαμπτο και μάλλον αποστασιοποιημένο ύφος του σκηνοθέτη, όπως προέκυπτε από τις δημόσιες εμφανίσεις του που μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε υπόψη του ο νεαρός.

Δεκαπέντε λεπτά αργότερα, όρθιος μπροστά στο άνοιγμα της μεγάλης συρόμενης πόρτας, με το βλέμμα καρφωμένο στον δυτικό ορίζοντα του λιμανιού, η αχνισμένη, μοναχική εκπνοή της υψηλόσωμης φιγούρας βρίσκει ταίρι, ένα μόλις βήμα αριστερά της, την ανάσα του στοχαστικού μεσήλικα, που σιωπηλά στέκεται με το βλέμμα να γεμίζει από το «γενικό» του λιμανιού. Μείνανε έτσι αμίλητοι δυο, τρία λεπτά.

– Είναι πολύ όμορφη αυτή εικόνα.

Ένα μικρό χαμόγελο εμφανίστηκε στην άκρη των χειλιών του σκηνοθέτη πριν μιλήσει.

– Είναι συγκλονιστική αυτή η εικόνα. Στις περισσότερες ταινίες μου έχω τουλάχιστον μία σκηνή στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης… Σε ζηλεύω.

– Γιατί το λέτε αυτό;

– Πόσο καιρό είσαι εδώ;

– Περίπου δύο μήνες.

– Και πόσο καιρό θα μείνεις ακόμα;

– Άλλους δύο μάλλον.

– Πάντα πρωί;

– Πάντα πρωί.

– Γι’ αυτό σε ζηλεύω. Που μπορείς να κάθεσαι κάθε πρωί στο ίδιο σημείο και να βλέπεις αυτή την ίδια εικόνα να αλλάζει κάθε μέρα. Αυτήν τη μικρή αλλαγή που συμβαίνει κάθε μέρα, καθώς αλλάζει το φως, καθώς γυρίζουν οι μήνες, οι εποχές…

– Ξέρετε, όταν ήμουν μικρός, μικρός εννοώ στην περίοδο της εφηβείας, όποτε υπήρχε κάποιο πρόβλημα ή κάτι που έπρεπε να αντιμετωπίσω συνήθιζα να κατεβαίνω σ’ ένα άλλο λιμάνι και να κάθομαι με τις ώρες. Στο λιμάνι του Πειραιά. Είμαι απ’ τον Πειραιά, μεγάλωσα εκεί, και έχω περάσει ατέλειωτα βράδια καθισμένος στις δέστρες των καραβιών στην άκρη της προβλήτας.

Αργότερα, λίγο πιο μεγάλος, η ανάγκη της μοναξιάς πιο δυνατή, τον οδηγούσε τις νύχτες να περιπλανιέται στο λιμάνι της Δραπετσώνας.

– Έχω νιώσει ακριβώς αυτό που λέτε. Το ίδιο πλάνο που αλλάζει από μέρα σε μέρα, που το αλλάζει μόνο ο χρόνος που περνάει…

Χωρίς προηγούμενη πληροφορία ο σκηνοθέτης, για πρώτη φορά όση ώρα στέκονται κάτω απ’ τη βροχή, περιεργάζεται το πρόσωπο του νεαρού.

– Τι έχεις σπουδάσει;

– Σκηνοθεσία κινηματογράφου.

– Και τι άλλο;

– Κοινωνική θεολογία.

– Μήπως μπορώ να έχω ένα τσιγάρο;

Ο νεαρός πηγαίνει στο υποτιθέμενο γραφείο και φέρνει τα τσιγάρα του. Τα δυο τελευταία τσιγάρα που ’χουν μείνει στο πακέτο, τα καπνίζουν μαζί, κοιτώντας πάντα προς το ίδιο σημείο του ορίζοντα με τους γερανούς του λιμανιού να σκύβουν πάνω απ’ τη θάλασσα και την ομίχλη με τη βροχή να σφραγίζουν το τοπίο αργά και αβίαστα σαν πεπρωμένο.

– Αν ήμουν στη θέση σου θα τραβούσα κάθε μέρα μια φωτογραφία αυτή την εικόνα.

– Κάθε μέρα την ίδια ώρα!...

– Μα φυσικά την ίδια ώρα.

– Και το ίδιο μέγεθος!…

– Ναι, ναι, το ίδιο μέγεθος.

– Από το ίδιο σημείο…

– Από το ίδιο σημείο.

Έκανε να βγει ο ήλιος για μια στιγμή. Η σιωπή τους δεν τον άφησε. Λίγο πριν τελειώσουν το τσιγάρο, το ψιλόβροχο σταμάτησε.

– Εγώ θα ήθελα να γυρίσω σκηνές στις προβλήτες του Πειραιά.

Έκανε δύο βήματα μπροστά. Με το αριστερό χέρι του σήκωσε την τραγιάσκα και πέρασε τη δεξιά του παλάμη πάνω στο γυμνό του κεφάλι.

«Θα μπορούσες να είσαι γιος μου», «Και να σκεφτείτε ότι τον πατέρα μου δεν τον έχω δει ποτέ», είναι δύο φράσεις που παραμένει άγνωστο αν η υγρασία εκείνου του πρωινού τις εγκλώβισε στη σιωπή ή ειπώθηκαν ψιθυριστά.

– Στον Πειραιά, λοιπόν.

– Ναι, στον Πειραιά.

– Και εξακολουθείς να πηγαίνεις στο λιμάνι;

– Αρκετά συχνά.

Γύρισε απότομα και έτεινε το χέρι στον νεαρό.

– Γεια χαρά.

– Αντίο σας.

Απομακρύνθηκε ελαφρά σκυφτός, με τα χέρια στις τσέπες. Ένα τέταρτο μετά, ο ήχος ενός αυτοκινήτου που σταμάτησε έξω από την αποθήκη σήκωσε τον νεαρό από το γραφείο. Βγαίνοντας έξω, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, από τη θέση του συνοδηγού, του έτεινε ένα πακέτο τσιγάρα. Ο νεαρός σήκωσε τα χέρια δείχνοντας ότι δεν θα το πάρει.

–…Όχι, δεν θα μπορούσες να είσαι. Δεν θα είχα αφήσει να πληγωθείς τόσο.

Αλλά να τις κάνεις τις ταινίες που έχεις στο μυαλό σου και να τις γυρίσεις τις σκηνές στον Πειραιά… Όπως τις έχει φανταστεί εσύ, μην ακούσεις κανέναν. Από τα τραύματα της ιστορίας, όμως, κουβαλάς τις ουλές αλλά κλείσε τις πληγές. Και τότε η θάλασσα του Πειραιά και της Δραπετσώνας θα ’ναι μια Άλλη Θάλασσα.

Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος κουβάλησε στο έργο του τις ουλές της ιστορίας της Ελλάδας κάνοντας τις πληγές να κλείσουν χωρίς όμως να σβηστεί η μνήμη και να ατιμαστούν τα όνειρα. Το έκανε με τον δικό του τρόπο, με απόλυτη πίστη και αφοσίωση, και αυτό τού έδωσε ταυτότητα και αυθεντικότητα.

Με την ταινία Ο Θίασος να συγκαταλέγεται στις δέκα καλύτερες ταινίες από καταβολής κινηματογράφου και έχοντας κερδίσει μερικά από τα μεγαλύτερα βραβεία της παγκόσμιας κινηματογραφικής κοινότητας, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος ξαναέβαλε τη σφραγίδα του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού στα μπετά της παγκόσμιας πολιτιστικής Βαβέλ.

Μερικά χρόνια μετά το περιστατικό που περιγράφηκε παραπάνω μπροστά στον ορίζοντα του λιμανιού της Θεσσαλονίκης, και την επιμονή στο γενικό πλάνο που πολύ αργά αλλάζει κάθε μέρα, ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, στα ογδόντα του χρόνια, ανακαλύπτει ξανά το σινεμά και αναφέρεται στον Αγγελόπουλο. Αυτός ο βιρτουόζος της γλώσσας των εικόνων, που ο ίδιος χρησιμοποίησε το γκρο πλαν σαν νυστέρι που ανατέμνει και αποκαλύπτει τα κατάβαθα του ανθρώπινου ψυχισμού, παραδέχεται (για) τον Αγγελόπουλο: «…ενώ μοιάζει να έχει καταργήσει ένα απ’ τα πιο δυναμικά εργαλεία του κινηματογράφου, το γκρο πλαν, ξαναβλέποντας τον Μελισσοκόμο, που θεωρούσα μια καλή ταινία, την αντιλαμβάνομαι πλέον ως ένα αριστούργημα και μια απίστευτα συγκλονιστική εμπειρία».

Εν κατακλείδι, ακόμα κι αν κάποιος διαφωνεί με τον τρόπο αφήγησης, τη θεματολογία, τους ρυθμούς ή ακόμα και την εικαστική αισθητική του Αγγελόπουλου –από καιρού εις καιρόν η Ελλάδα πνίγεται με τον σίελο του κιτς καθώς μασάει τα παιδιά της–, είναι αδύνατον να μην του αναγνωρίσει ότι είναι ο τρυφερότερος ανατόμος του πολυτραυματισμένου σαρκίου αυτού του τόπου και της ιστορίας του. Και είναι αυτή του η τρυφερότητα που μας ξυπνάει και μας πονάει –ευτυχώς– στις ταινίες του. Και είναι αυτή η τρυφερότητα που τον οδηγεί στην άλλη θάλασσα που πλέει πια. 

(Ο Χρήστος Γόδας είναι σκηνοθέτης, Β.Α. Κοινωνική Θεολογία, M.F.A. Σκηνοθεσία Κινηματογράφου & Επικοινωνία της Εικόνας.)


Κάντε κλικ επάνω στις εικόνες για μεγέθυνση
Το βλέμμα του Οδυσσέα (1995)
Ο Μελισσοκόμος (1986)
Ο Θίασος (1974-75)

Κορυφή της σελίδας