Επιστημονική εκδήλωση για την Περιφερειακή Ανάπτυξη στην Ελλάδα και το ΕΣΠΑ
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΙΔΗΣ

Στην κατάμεστη αίθουσα «Χριστίνα Ωνάση» της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών, την Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2011, παρουσία του αντιπροέδρου του Ιδρύματος, Ιωάννη Ιωαννίδη, μελών του Κοινοβουλίου, στελεχών της αυτοδιοίκησης και της δημόσιας διοίκησης, πανεπιστημιακών, αναλυτών, μελών του Συνδέσμου Υποτρόφων, φοιτητών κ.ά., διεξήχθη η συζήτηση που οργάνωσε ο Σύνδεσμος με το επίκαιρο θέμα της περιφερειακής ανάπτυξης της χώρας και το Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς (ΕΣΠΑ).

Με κονδύλια της τάξεως των 24-25 δισ. ευρώ (εκ των οποίων τα 4/5 προέρχονται από τα κοινοτικά ταμεία), ως διάδοχο πρόγραμμα των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης (ΚΠΣ), το ΕΣΠΑ συνιστά τον βασικό χρηματοδοτικό μοχλό της οικονομικής ανάπτυξης και υποστήριξης της κοινωνικής συνοχής στην Ελλάδα σε περίοδο υφέσεως, περικοπών, στενότητας πόρων. 

Τέσσερις εισηγητές, (α) ο καθηγητής Αθανάσιος Παπαδασκαλόπουλος (Πάντειο Πανεπιστήμιο), με τη ματιά του ειδήμονος σε θέματα περιφερειακής αναλύσεως, (β) ο καθηγητής Ιωάννης Χαλικιάς (Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών-ΑΣΟΕΕ), με την πολυετή πείρα του συμβούλου διαχειρίσεως περιφερειακών προγραμμάτων των ΚΠΣ, (γ) ο Κωνσταντίνος Κουκολιάς (Υπουργείο Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας), με τη συσσωρευμένη γνώση του γενικού διευθυντού αναπτυξιακού προγραμματισμού,  περιφερειακής πολιτικής και δημόσιων επενδύσεων, και (δ) ο γράφων, με την ιδιότητα του ερευνητού του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) και επικεφαλής ομάδος εργασίας για τη διατύπωση προτάσεων περιφερειακής ανακατανομής των πόρων του ΕΣΠΑ, αντήλλαξαν τις απόψεις τους και ανταποκρίθηκαν στις ενδιαφέρουσες ερωτήσεις και τα εύστοχα σχόλια του ακροατηρίου. Τη συζήτηση συντόνισε ο οικονομολόγος-δημοσιογράφος Σεραφείμ Φυντανίδης (επί τριακονταετία διευθυντής των εφημερίδων Ελευθεροτυπία και Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία).   

Οι εισηγήσεις και η συζήτηση ανέδειξαν ότι η Ελλάς ήταν μια χώρα όχι μόνο περιμετρική της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (ΕΕ) αλλά επί μακρόν παραμεθόρια, υπό την έννοια ότι είχε χάσει παραδοσιακές αγορές από πολιτικά ή στρατιωτικά γεγονότα. Φύσει ορεινή και νησιωτική (και άρα ιδιόρρυθμα κατακερματισμένη) απαρτίζεται από περιοχές που αδυνατούν να αναπτύξουν συνέργειες ή να συγκροτήσουν μεγάλες αγορές ώστε να ευνοηθούν από οικονομίες κλίμακος. Εντούτοις, λόγω των καλών οικονομικών επιδόσεών της, η χώρα έγινε δεκτή στην ΕΟΚ (νυν ΕΕ) στις αρχές της δεκαετίας του 1980. 

Δυστυχώς, αν και εισήλθε με καλές προοπτικές, δεν προετοιμάστηκε για τη συνέχεια. Εν όψει του 1ου ΚΠΣ που θα ξεκινούσε στα τέλη της δεκαετίας του 1980, είχε την ευκαιρία να καταστρώσει αναπτυξιακά σχέδια προκειμένου να αξιοποιήσει επωφελώς τα κοινοτικά κονδύλια που θα προσεφέροντο για να καλλιεργήσει δυνητικά πλεονεκτήματα και να βελτιώσει μακροχρονίως τη θέση της. Ωστόσο, τόσο ο ανασυσταθείς κεντρικός υπηρεσιακός μηχανισμός όσο και ο νεοσυσταθείς περιφερειακός μηχανισμός απεδείχθησαν ανεπαρκείς. Έτσι, ο όποιος σχεδιασμός και η απόπειρα βελτιώσεως του σχεδιασμού έγιναν με καθυστέρηση, ενώ η υλοποίηση του ΚΠΣ ήταν πια εν εξελίξει. (Για ένα ενδεικτικό, γλαφυρό παράδειγμα που κατετέθη στη συζήτηση, βλ. το γειτονικό απόσπασμα από την ομιλία του Ι. Χαλικιά.) Έκτοτε ο σχεδιασμός «τρέχει πίσω» από τις εξελίξεις.

Πριν από την ένταξη της χώρας στην ΕΕ, δεν υπήρχαν οι πόροι, οι διαδικασίες και οι δομές ώστε ο σχεδιασμός, η στρατηγική, που κυρίως εκπονούσε το ΚΕΠΕ να γίνει πρόγραμμα. Σήμερα, ενώ η χώρα έχει αποκτήσει δομές, πηγές χρηματοδότησης, πλαίσιο προγραμματισμού, λείπει αυτό που είχαν τα παλιά προγράμματα: η στρατηγική· με άλλα λόγια, η «ψυχή». Η χώρα υλοποιεί έργα, αλλά έχει άραγε αποφασίσει ποιο είναι το μοντέλο ανάπτυξης; Ποιες οι στρατηγικές υποδομές; Ποιες οι χωρικές προτεραιότητες; Ποιοι οι πόλοι ανάπτυξης; Οι πύλες εισόδου-εξόδου; Αν θα υπάρχει πόλη (και ποια;) με «brandname» στη Θράκη ή το Αιγαίο; Ποιες οι ανάγκες για τον αστικό χώρο, οι παρεμβάσεις για τον περιαστικό, τις αγροτικές περιοχές, τις ορεινές, τις παραμεθόριες, τα νησιά; Ποιοι οι κλάδοι αιχμής; Ποιες οι προωθητικές δραστηριότητες; Και ούτω καθεξής. Πολλά τα ερωτήματα που περιμένουν απάντηση…

Δυστυχώς, η προσαρμογή στη γενική κατεύθυνση του περιφερειακού προγραμματισμού (που εν πολλοίς διαμορφώνεται στην ΕΕ) γίνεται μηχανιστικά, χωρίς να εμπλουτιστεί. Στην Ελλάδα το βάρος πέφτει στην έγκαιρη και σύμφωνη με τους κανονισμούς διεκπεραίωση της διαδικασίας για την απορρόφηση των κοινοτικών πόρων. Ο ουσιαστικός σχεδιασμός, όπως η επιλογή δημιουργίας ενός ισχυρού πόλου ανάπτυξης (που συνέβη στη Γαλλία), εν πολλοίς απουσιάζει. Αν τούτο δεν αλλάξει, όταν «έρθουν» οι κανονισμοί της νέας προγραμματικής περιόδου για το 2014-20, το πιθανότερο είναι να τρέχουμε πάλι, ως χώρα, να «κρεμάσουμε» κάτω από έτοιμα προγράμματα και επιμέρους άξονες κάποια έργα, προκειμένου να απορροφήσουμε τα προσφερόμενα κονδύλια.

Στα τρέχοντα περιφερειακά προγράμματα του ΕΣΠΑ, οι κατευθυντήριες γραμμές (οι άξονες) είναι οι ίδιες (ίδιοι) ακόμη και όταν το ένα πρόγραμμα αφορά σε νησιωτική περιοχή και το άλλο πρόγραμμα σε περίκλειστη περιοχή που δεν βλέπει θάλασσα! Και στα τομεακά (θεματικά) προγράμματα (όπως αυτό για την ψηφιακή σύγκλιση ή το άλλο για την ανταγωνιστικότητα και την επιχειρηματικότητα κ.ά.) η κατάσταση δεν είναι πολύ καλύτερη, στον βαθμό που τα κονδύλια κατανέμονται στον χώρο με κριτήρια άσχετα των στόχων. Σε επιμέρους άξονες (ιδίως τους λεγόμενους αναπτυξιακούς) η κατανομή των πόρων αντιγράφει τις κατανομές άλλων αξόνων που αποσκοπούν στην άμβλυνση κοινωνικών ανισοτήτων. Όμως έτσι δεν εξυπηρετούνται η καλλιέργεια δυνητικών πλεονεκτημάτων και (κατ’ επέκτασιν, η αύξηση της απασχόλησης και εισοδήματος και άρα) η μονιμότερη βελτίωση της ζωής όλων το γρηγορότερο.

Όταν έρχεται η ώρα της υλοποίησης, συχνά (και ελλείψει προετοιμασίας) διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει φορέας που να μπορεί να ανταποκριθεί στις προτεραιότητες που τίθενται. Ως εκ τούτου, το έργο που θα ήταν σκόπιμο να υλοποιηθεί δεν πραγματοποιείται. Αναγκαστικώς υλοποιούνται άλλα έργα, και ας μην αντιστοιχούν στην αρχική επιδίωξη. Έτσι απομειώνεται η ποιότητα και επιχειρείται να διασωθεί η απορροφητικότητα. Η δε δημόσια διοίκηση συχνά αναγκάζεται να καταφύγει στη σκηνοθεσία: παρουσιάζει προτάσεις έργων ατάκτως ερριμμένων, οι οποίες εντάσσονται σε συγκροτημένο σχέδιο τέτοιας σπουδαιότητας που θα αλλάξει τον χαρακτήρα της περιοχής, προκειμένου να πείσει την ΕΕ και να επιτύχει την εισροή των ζωτικών κονδυλίων στη χώρα.

Η Ελλάς, μη διαθέτουσα, επί μεγάλο χρονικό διάστημα, συστήματα διαχειρίσεως και ελέγχου των κονδυλίων και αποκλίνουσα συνεχώς από τους κανόνες που υποχρεούτο να ακολουθήσει (ή εναρμονιζόμενη με μεγάλη καθυστέρηση) επί μακρόν κατέβαλλε ή επέστρεφε στην ΕΕ πολλά κονδύλια. Ως εκ τούτου, έχει δαπανήσει δυσανάλογα μεγάλα ποσά: ίσως το εξαπλάσιο αυτού που σκόπευε. Το παρήγορο είναι ότι τελευταίως οι κεντρικές υπηρεσίες έχουν επιτύχει υψηλά επίπεδα όσον αφορά τη διαχείριση και την επιβεβαίωση της χρήσεως των κονδυλίων. 

Επίσης, έχουν απλοποιήσει πολλές διαδικασίες ώστε να μην απαιτείται η παρέμβαση υπαλλήλων ή η προσφυγή των επενδυτών διαρκώς σε συμβούλους. Εντούτοις, μένουν πολλά ακόμη. Δυστυχώς, ο τρόπος με τον οποίο είναι οργανωμένη η δημόσια διοίκηση είναι τέτοιος ώστε, ενώ οι υπηρεσίες μπορούν άριστα να ελέγξουν μια σύμβαση, μια νομική δέσμευση, δεν μπορούν να παρακολουθήσουν ένα έργο που ξεκινάει από την Πάτρα και καταλήγει στην Ειδομένη. Συγχρόνως, η δημόσια διοίκηση επιβαρύνεται με διάφορα άλλα, πλημμελώς σχεδιασμένα σχήματα (πιο πρόσφατο, αυτό της νέας αρχιτεκτονικής αποκεντρωμένης διοίκησης, της γνωστής ως πρόγραμμα «Καλλικράτης») με αποτέλεσμα οι αποφάσεις να λαμβάνονται ποικιλοτρόπως, τα συστήματα εκχωρήσεων να θυμίζουν άσκηση sudoku και να καλούνται οι υπηρεσίες να καταφεύγουν σε ad hoc πληροφοριακά συστήματα για να ξεμπλέκουν καταστάσεις. Παράλληλα, η αρνητική εικόνα (με τις πολλές αστοχίες) επιβαρύνεται από εξαγγελίες παροχών και επιδοτήσεων που διατυπώνονται ευκαιριακά από πολιτευτές και υπουργούς χάριν εντυπώσεων. (Κανονικά, άμα οι εξαγγελίες προσκρούουν σε κανονισμούς και οδηγίες της ΕΕ, δεν πρόκειται να υλοποιηθούν.)

Συμπερασματικά, ο σχεδιασμός στερείται εθνικής αναπτυξιακής στρατηγικής, η  χωρική κατανομή των πόρων περιέχει σοβαρές αδυναμίες σε σχέση με τις διατυπωμένες επιδιώξεις· η δε υλοποίηση εμφανίζει ακόμη περισσότερες αποκλίσεις (υπερβάσεις δαπανών κ.ά.). Αν συνυπολογιστεί η δραματική επιδείνωση των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών, η ανάγκη ανασχεδιασμού του εναπομένοντος τμήματος του ΕΣΠΑ (της τάξεως των 10-11 δισ. ευρώ), επιλογής και υλοποιήσεως αποτελεσματικών προτάσεων στην επόμενη τριετία καθίσταται επιτακτική.

Κατόπιν τούτων, τόσο εν όψει της ολοκληρώσεως του ΕΣΠΑ όσο και εν όψει της επομένης προγραμματικής περιόδου ίσως θα ήταν σκόπιμο:


Ελπίζεται ότι η έναρξη ενός ευρύτερου διαλόγου στην κοινωνία για την ανάπτυξη και τον χειρισμό του ΕΣΠΑ, του βασικού εργαλείου χρηματοδοτήσεώς της, την οποία επεχείρησε ο Σύνδεσμός μας, θα αποβεί όχι μόνον ενημερωτική αλλά πολλαπλώς χρήσιμη για τον τόπο.

Σημ.: Το πλήρες πρακτικό των εισηγήσεων και της συζητήσεως θα αναρτηθεί στην ιστοσελίδα του Συνδέσμου.    

(Ο Πρόδρομος Προδρομίδης είναι γενικός γραμματεύς του Συνδέσμου.)
 

Κάντε κλικ επάνω στις εικόνες για μεγέθυνση

Πας να αξιολογήσεις την πρόταση που έχει υποβληθεί. Του λες: «Δήμαρχε, μπράβο σου, τα έχεις γράψει ωραία. Τι δρόμος είναι αυτός;» Σου έλεγε: «Είναι βασικός, επαρχιακός, θα τονώσει την οικονομική κίνηση της αγοράς, της πόλης, γιατί συνδέει από εδώ και από εκεί» κ.τ.λ. Ξύπναγα, ήμουν και νεαρός τότε, έξι το πρωί, είχα και έναν οδηγό με ένα 4x4 και πήγαινα σε αυτόν τον επαρχιακό δρόμο και την έστηνα από τις επτά έως το μεσημέρι. Όντως είχε μια εκπληκτική κίνηση. Να σκεφθείτε ότι πέρασε ένα τρακτέρ… Την άλλη ημέρα, στην αξιολόγηση, την βγάζαμε (αφαιρούσαμε) την πρόταση. […]

Οπότε, είχες προτάσεις-σκουπίδια άνευ νοήματος και είχες προτάσεις για μεγάλα, σημαντικά έργα με τεράστια νομικά προβλήματα που δεν θα ξεκόλλαγαν ποτέ. Το θέμα ποιο ήταν; Ότι εγώ έπρεπε να προτείνω λύσεις, διότι θα τελείωνε η περίοδος για το έργο και την απορροφητικότητα του 1,5 δισ. ευρώ της εποχής εκείνης και θα τα χάναμε τα λεφτά. Οπότε τι έμενε; Να συμβιβαζόμαστε με δρόμους που να περνάν τουλάχιστον πέντε τρακτέρ την ημέρα και σχολειά που τουλάχιστον θα γέμιζαν τρεις τάξεις για να μπορέσουμε να απορροφήσουμε, δηλαδή να ξοδέψουμε, να αξιοποιήσουμε ως χώρα τα κονδύλια.

                                                 (Απόσπασμα από την ομιλία του Ι. Χαλικιά)

                                                                     


Κορυφή της σελίδας