Η γένεση των πρώτων κρατών στην Ελλάδα
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΜΙΧΑΛΗΣ Β. ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΣ

Ο θεσμός του κράτους κυριαρχεί σε κάθε πλευρά της ζωής μας. Αλλά δεν ήταν πάντα έτσι. Η μετάβαση από έναν κόσμο χωρίς κράτη σε έναν κόσμο με κράτη αποτελεί ένα από τα πιο συναρπαστικά κεφάλαια στην ιστορία της ανθρωπότητας. Σε λίγα μέρη μπορούμε να μελετήσουμε τη μετάβαση αυτή τόσο συστηματικά όσο στην αρχαία Ελλάδα.

Γνωρίζουμε ότι στην ηπειρωτική Ελλάδα τα πρώτα κράτη εγκαθιδρύονται κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, η οποία είναι γνωστή και ως Μυκηναϊκή Εποχή (περ. 1650-1100 π.Χ.). Τα μυκηναϊκά κράτη είχαν σύνθετη κοινωνική δομή, εξειδικευμένες πολιτικές υπηρεσίες και επίσημους θεσμούς. Η επικράτειά τους ήταν διαιρεμένη σε περιφέρειες που είχαν τις δικές τους πρωτεύουσες και διοικούνταν από περιφερειάρχες.   

Παρ’ όλο που γνωρίζουμε αρκετά για τη διοίκηση των κρατών αυτών, δεν γνωρίζουμε πώς σχηματίστηκαν. Η επικρατούσα θεωρία είναι ότι δημιουργήθηκαν από μικρές ανεξάρτητες ηγεμονίες: κατά τις αρχές της Μυκηναϊκής Εποχής, ορισμένοι ισχυροί τοπικοί ηγεμόνες επέκτειναν τις επικράτειές τους απορροφώντας γειτονικές ηγεμονίες και δημιουργώντας σύνθετες πολιτικές και κοινωνικές δομές, οι οποίες μετεξελίχθηκαν στα πρώτα κράτη.

Μέχρι τώρα η θεωρία αυτή δεν μπορούσε να επιβεβαιωθεί ή να απορριφθεί, κυρίως γιατί τα διαθέσιμα αρχαιολογικά στοιχεία προέρχονταν από τις πρωτεύουσες των μυκηναϊκών κρατών, τα λαμπρά ανάκτορα του μυκηναϊκού πολιτισμού (Μυκήνες, Τίρυνθα, Πύλος κ.λπ.). Αυτό όμως δεν αρκεί, γιατί, αφενός, οι διεργασίες που οδήγησαν στη δημιουργία των μυκηναϊκών κρατών διαδραματίστηκαν κατά μεγάλο μέρος εκτός των ανακτόρων· και, αφετέρου, τα μυκηναϊκά ανάκτορα χρονολογούνται στα τέλη της μυκηναϊκής εποχής και διασώζουν λίγα στοιχεία από την περίοδο γένεσης των μυκηναϊκών κρατών. Το κενό αυτό στη γνώση μας έρχεται να το καλύψει μία νέα ανασκαφή στην Ίκλαινα Μεσσηνίας (Εικ. 1). 

Τον Ιούλιο του 1954, ο φημισμένος αρχαιολόγος Σπυρίδων Μαρινάτος ήλθε στην Ίκλαινα προκειμένου να διερευνήσει πληροφορίες για αρχαία αντικείμενα που έβρισκαν οι αγρότες στα χωράφια τους. Κατά τη διάρκεια σύντομης τετραήμερης ανασκαφής, ανακάλυψε τμήματα μνημειώδους κτιρίου, το οποίο περιέγραψε ως ανάκτορο, καθώς και πλακόστρωτο δρόμο και κυκλώπεια τείχη. 

Ο Μαρινάτος δεν επέστρεψε ποτέ στην Ίκλαινα, και η θέση παρέμεινε ανεξερεύνητη μέχρι τη δεκαετία του 1990, όταν ο καθηγητής Γεώργιος Κορρές την ενέταξε στις σημαντικές θέσεις της Μεσσηνίας που χρήζουν περαιτέρω έρευνας και μου συνέστησε να συνεχίσω την ανασκαφή. Το 1998, ιδρύθηκε το Αρχαιολογικό Πρόγραμμα Ίκλαινας (Iklaina Archaeological Project), με σκοπό τη συστηματική έρευνα της Ίκλαινας και της γύρω περιοχής, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η ανασκαφή διεξάγεται υπό την αιγίδα της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας και χρηματοδοτείται από το Πανεπιστήμιο του Missouri-St. Louis, το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, το Ινστιτούτο Προϊστορίας του Αιγαίου, τη National Geographic Society και την κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Στην Ίκλαινα (Εικ. 2), σταδιακά και μεθοδικά, η ανασκαφική σκαπάνη όχι μόνο ξαναζωντανεύει την πολυτάραχη ιστορία της μυκηναϊκής Ελλάδας, αλλά και φέρνει στο φως νέα στοιχεία για τη γένεση των μυκηναϊκών κρατών. Έτσι, είμαστε τώρα σε θέση να γνωρίζουμε ότι, από το 1500 μέχρι περίπου το 1350 π.Χ., η Ίκλαινα ήταν πρωτεύουσα ηγεμονίας. Οι νέες ανασκαφές έχουν φέρει στο φως τα ερείπια μεγαλοπρεπούς διώροφου ή τριώροφου κτιριακού συγκροτήματος «κυκλώπειας» κατασκευής, με τρεις πτέρυγες κτισμένες γύρω από ορθογώνια αυλή (Εικ. 3, 4). 

Οι εξωτερικοί τοίχοι του κτιρίου ήταν κατασκευασμένοι πολύ προσεκτικά, με ισόδομους λίθους και ορθοστάτες, ενώ τα δωμάτιά του ήταν διακοσμημένα με καλαίσθητες τοιχογραφίες μινωικής έμπνευσης που απεικόνιζαν πλοία, δελφίνια και πομπές με γυναικείες μορφές (Εικ. 5). Στην επίχωση των δωματίων αυτών βρέθηκαν εξαιρετικής ποιότητας αγγεία, μεταλλικά αντικείμενα και θραύσματα από μινωικά λίθινα αγγεία. Όλα αυτά τα στοιχεία φανερώνουν τον επίσημο χαρακτήρα του συγκροτήματος, το οποίο χρησίμευε ως κατοικία του τοπικού ηγεμόνα, ένα είδος «πρωτοανάκτορου». Με βάση τα αρχαιολογικά στοιχεία από τη μείζονα περιοχή υπολογίζεται ότι η έκταση της ηγεμονίας της Ίκλαινας ήταν περίπου 12-15 τ.χλμ.

Κάπου ανάμεσα στο 1400 και το 1350 π.Χ., τόσο το πρωτοανάκτορο όσο και η πόλη που το περιβάλλει καταστρέφονται βίαια. Η αιτία της καταστροφής είναι η εχθρική εισβολή, ενώ επίσης φαίνεται ότι από αυτό το χρονικό σημείο και μετά η Ίκλαινα περνάει στα χέρια νέου ηγεμόνα. Η πιο εντυπωσιακή αλλαγή μετά την καταστροφή είναι ότι ο πολεοδομικός ιστός και ο αρχιτεκτονικός χαρακτήρας της πόλης αλλάζουν ριζικά: το πρωτοανάκτορο γκρεμίζεται, τα ερείπιά του καταχώνονται και η τοποθεσία του εγκαταλείπεται για πάντα. Τα κτίσματα που ανεγείρονται μετά το 1400/1350 π.Χ. (κόκκινα στην Εικ. 6) κτίζονται λίγο μακρύτερα και έχουν διαφορετικό προσανατολισμό από εκείνα της προηγούμενης φάσης (μπλε στην Εικ. 6), στο πλαίσιο ίσως μιας προσπάθειας του νέου ηγεμόνα να εξαλείψει τα μνημεία που συνδέονταν με τον προκάτοχό του. 

Ποιος ήταν όμως ο νέος αυτός κυρίαρχος της Ίκλαινας; Κατά την περίοδο αυτήν, το πρωτοανάκτορο της Ίκλαινας δεν είναι το μοναδικό στην περιοχή. Λίγα χιλιόμετρα προς τα βόρεια, στον λόφο του Άνω Εγκλιανού, ακμάζει άλλη πρωτεύουσα ηγεμονίας, με το δικό της πρωτοανάκτορο. Ωστόσο, ενώ η Ίκλαινα καταστρέφεται γύρω στο 1350 π.Χ., ο Άνω Εγκλιανός συνεχίζει να ακμάζει και να επεκτείνεται, σε βαθμό μάλιστα ώστε, κατά την Ύστερη Μυκηναϊκή Εποχή, θα εξελιχθεί στο λεγόμενο Ανάκτορο του Νέστορα, πρωτεύουσα του βασιλείου της Πύλου. Το γεγονός ότι, στα μέσα του 14ου αι. π.Χ., η Ίκλαινα καταλαμβάνεται από άλλο ηγεμόνα, ενώ το Ανάκτορο του Νέστορα μεγαλώνει, φανερώνει ότι ο νέος κυρίαρχος της Ίκλαινας είναι μάλλον ο ηγεμόνας του Άνω Εγκλιανού. Με την κατάληψη της Ίκλαινας (και πιθανότατα και άλλων ηγεμονιών της περιοχής), ο ηγεμόνας του Άνω Εγκλιανού ενσωματώνει νέα εδάφη στην επικράτειά του, δημιουργώντας πιο σύνθετες πολιτικές και κοινωνικές δομές. Οι διαδικασίες αυτές μετατρέπουν την ηγεμονία του στο μυκηναϊκό κράτος της Πύλου.  

Από το σημείο αυτό αρχίζει η δεύτερη και τελευταία περίοδος στη ζωή της Ίκλαινας, όχι ως ανεξάρτητης πόλης, αλλά ως μίας από τις περιφερειακές πρωτεύουσες της Πύλου. Τα ονόματα των περιφερειακών πρωτευουσών του κράτους σώζονται στα αρχεία που κρατούσαν οι κεντρικές υπηρεσίες στον Εγκλιανό· τα αρχεία αυτά είναι σε μορφή πήλινων πινακίδων γραμμένων στη Γραμμική Β. Οι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι η Ίκλαινα ταυτίζεται από τους αρχαιολόγους με την a-pu2, μία από τις πρωτεύουσες που αναφέρονται στα κεντρικά αρχεία. Ως περιφερειακή πρωτεύουσα, η Ίκλαινα έχει τώρα  δική της διοίκηση, με περιφερειάρχη και αναπληρωτή περιφερειάρχη. Η κατοικία του περιφερειάρχη φαίνεται ότι βρέθηκε στην ανασκαφή και είναι το μεγάλο Κτίριο Χ (Εικ. 6), που ανεγείρεται την εποχή αυτήν. 

Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που αναφέρουν τα κεντρικά αρχεία για την Ίκλαινα/a-pu2 είναι ότι πρόκειται για σημαντικό μεταλλουργικό κέντρο, το οποίο απασχολεί πάνω από διακόσιους μεταλλουργούς. Την οικονομική ανάπτυξη της θέσης φανερώνει και μεγάλο κτιριακό συγκρότημα με πολυάριθμους αποθηκευτικούς χώρους, καθώς και εργαστηριακές εγκαταστάσεις (Εικ. 7) που εξυπηρετούνται από πολύπλοκο δίκτυο μεγάλων κτιστών υπονόμων (Εικ. 8). Η περίοδος αυτή της οικονομικής ανάπτυξης τελειώνει γύρω στο 1200 π.Χ., όταν η Ίκλαινα καταστρέφεται, αυτήν τη φορά οριστικά. 

Οι ανασκαφές στην Ίκλαινα μας επιτρέπουν για πρώτη φορά να κατανοήσουμε σε βάθος τις διεργασίες που οδήγησαν στη δημιουργία των μυκηναϊκών κρατών. Οι διεργασίες αυτές φαίνεται ότι ήταν αποτέλεσμα βίαιων συγκρούσεων ανάμεσα σε τοπικούς ηγεμόνες και ενσωμάτωσης των λιγότερο ισχυρών ηγεμονιών στον διοικητικό ιστό των ισχυρότερων. Με την ενσωμάτωση αυτήν, οι άλλοτε ανεξάρτητες ηγεμονίες μετατράπηκαν σε περιφέρειες του νέου κράτους· με άλλα λόγια, δημιουργήθηκε ένα διπλό σύστημα διοίκησης, με την επικράτεια διαιρεμένη σε περιφέρειες που είχαν μεν τις δικές τους πρωτεύουσες και τη δική τους διοίκηση, υπάγονταν όμως στη δικαιοδοσία της κεντρικής πρωτεύουσας.

Πέρα από τον πλούτο των νέων στοιχείων που μας δίνει για την ιστορία της περιοχής και τη δημιουργία των μυκηναϊκών κρατών, η ανασκαφή μάς επεφύλαξε και ένα εκπληκτικό και απρόσμενο εύρημα. Σε αποθέτη με καμένα απορρίμματα και μπάζα πλάι στον κεντρικό υπόνομο βρέθηκε πινακίδα Γραμμικής Β, με κατάλογο προϊόντων στη μία πλευρά και κατάλογο ανδρικών ονομάτων στην άλλη (Εικ. 9). 

Επειδή οι πινακίδες Γραμμικής Β χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά και μόνο για την τήρηση κρατικών αρχείων, η ύπαρξη της πινακίδας στην Ίκλαινα φανερώνει την ύπαρξη κρατικής γραφειοκρατίας. Το εύρημα αυτό είναι εντελώς απροσδόκητο, μια και, μέχρι τώρα, στρωματογραφημένες πινακίδες έχουν βρεθεί μόνο στα μεγάλα ανάκτορα. Με βάση όσα γνωρίζαμε μέχρι σήμερα από την αρχαιολογική έρευνα, οι περιφερειακές πρωτεύουσες δεν είχαν αρχεία. Η εύρεση της πινακίδας στην Ίκλαινα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η μυκηναϊκή διοίκηση ήταν πιο αποκεντρωμένη και η γνώση της γραφής πιο διαδεδομένη από ό,τι πιστεύαμε έως τώρα. Από την άλλη πλευρά, η πινακίδα είναι η αρχαιότερη γνωστή πινακίδα Γραμμικής Β (χρονολογείται ανάμεσα στο 1450 και το 1300 π.Χ.) και η ανεύρεσή της φανερώνει ότι η κρατική γραφειοκρατία και η γνώση της γραφής ήταν παλαιότερες από όσο θεωρούσαμε μέχρι σήμερα.    

(O Μιχάλης Β. Κοσμόπουλος είναι καθηγητής Αρχαιολογίας, διακεκριμένος καθηγητής Ελληνικών Σπουδών στην Έδρα Hellenic Government – Karakas Foundation του Πανεπιστημίου Missouri-St. Louis, ΗΠΑ.)

Κάντε κλικ επάνω στις εικόνες για μεγέθυνση
Εικ. 1
Εικ. 2
Εικ. 3
Εικ. 4
Εικ. 5
εικ. 6
Εικ. 7
Εικ. 8
Εικ. 9

Κορυφή της σελίδας