Βιβλιοπαρουσίαση
ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΑΩ - ΤΕΥΧΟΣ 54 - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2011 ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΕΥΧΟΣ 54 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2011
περιεχόμενα τεύχους επικοινωνήστε μαζί μας !
Το άγαλµα της ∆ικαιοσύνης στην κορυφή του κτηρίου τoυ ∆ικαστηρίου Old Bailey στο Λονδίνο
Το άγαλµα της ∆ικαιοσύνης στην κορυφή του κτηρίου τoυ ∆ικαστηρίου Old Bailey στο Λονδίνο

Της Δέσποινας Χ. Σχοινά,
δικηγόρου, διδάκτορα Νομικής

Δίκαιο και Κοινωνία:
Ποιο πρέπει να κυριαρχεί;

Richard Aikens και Kenneth Richardson (επιµ.), Law & Society: Which is to be Master?, 2008 Temple Festival, Λονδίνο: εκδ. Wildy, Simmonds & Hill, 2011, 146 σελ. ISBN: 9780854900886

Tο  Ίδρυµα Ωνάση υπήρξε το 2008 χορηγός του Temple Festival, για τον εορτασµό των τετρακοσίων ετών από τότε που οι βασιλείς Ιάκωβος ΣΤ΄ και Ιάκωβος Α΄ της Αγγλίας παραχώρησαν κατά πλήρη κυριότητα τη λονδρέζικη Εκκλησία Τemple και τη γύρω της εδαφική περιοχή στο Inner Temple και στο Middle Temple, που είχαν δηµιουργηθεί εκεί ως εταιρικές ενώσεις δικηγόρων. Οι ενώσεις αυτές, µαζί µε το Lincoln’s Inn και το Gray’s Inn, αποτέλεσαν έκτοτε κέντρα εργασίας των Λονδρέζων δικηγόρων που είχαν δικαίωµα παράστασης ως συνήγοροι στα δικαστήρια (barristers) στην Αγγλία και την Ουαλία.

Μεταξύ άλλων, το Ίδρυµα Ωνάση επιχορήγησε την έκδοση του εξεταζόµενου τόµου, στον οποίο συγκεντρώθηκαν οι οµιλίες των συµποσίων που έγιναν το 2008 στο πλαίσιο του ίδιου φεστιβάλ, µε γενικό θέµα «∆ίκαιο και Κοινωνία» και µε το προκλητικό ερώτηµα «Ποιο πρέπει να κυριαρχεί;».

Ο λόγος της επιχορήγησης αυτής εξηγείται εύγλωττα από τον πρόεδρο του Ιδρύµατος, Αντώνη Παπαδηµητρίου, σε προλογικό του σηµείωµα στην ίδια έκδοση. Κατά την άποψή του, θα πρέπει να δοθεί ευρεία ερµηνεία στην έννοια του ελληνικού πολιτισµού ως ενός από τους πυλώνες της παγκόσµιας ανθρωπιστικής, πολιτιστικής κληρονοµιάς, ενώ επίσης θα πρέπει να ενισχυθούν και προτάσεις όπου η σχέση µε τον ελληνικό πολιτισµό, αν και δεν είναι πάντα προφανής, χρειάζεται να καλλιεργηθεί και να ενισχυθεί. Στο πλαίσιο αυτό, είναι αναγκαία η συνεργασία µε οργανισµούς που µοιράζονται το όραµα του Ιδρύµατος, δεν υποστηρίζονται από άλλους οργανισµούς, και οι εκπρόσωποί τους έχουν το απαιτούµενο ενδιαφέρον και την ικανότητα συνεργασίας.

Στην «Εισαγωγή» του βιβλίου, ο Lord Justice Aikens αναφέρεται στην ιστορική διαδροµή (από το 1608 και µετά) της άσκησης του δικηγορικού λειτουργήµατος και στη συµβολή του δικηγορικού και του δικαστικού σώµατος στην επιβολή του κράτους δικαίου (Rule of Law) στις βουλές της εκάστοτε εκτελεστικής εξουσίας, όπως αυτό εκφράστηκε µε σειρά δικαστικών αποφάσεων που αποτέλεσαν το δίκαιο (Common Law/Κοινοδίκαιο) το οποίο ισχύει στη Μεγάλη Βρετανία. Ακολουθεί η εισήγηση του σερ John Baker για το βρετανικό δίκαιο το 1608, η οποία παρακολουθεί και την µεταγενέστερη εξέλιξή του.

Το βιβλίο περιλαµβάνει πέντε ενότητες, όσες και τα αντίστοιχα συµπόσια που διοργανώθηκαν, µε σκοπό να εξετάσουν τη σχέση του δικαίου µε την επιστήµη, τη θρησκεία, την πολιτική, το εµπόριο και τις διεθνείς σχέσεις. Τα πέντε συµπόσια επιχείρησαν να απαντήσουν στο βασικό ερώτηµα «εάν το δίκαιο, και δη το βρετανικό, αντανακλά απλώς κοινωνικές εξελίξεις στους τοµείς της πολιτικής, της επιστήµης, της θρησκείας, του εµπορίου και των διεθνών σχέσεων, ή, πάλι, εάν βοήθησε ή παρεµπόδισε τις εξελίξεις αυτές».

Μεθοδολογικά, καθεµία από τις ενότητες αρχίζει µε µια εισαγωγή που αναφέρεται στις απόψεις της κλασικής ελληνικής αρχαιότητας σχετικά µε το θέµα του αντίστοιχου συµποσίου, και ακολουθεί η εισήγηση µε τις σχετικές ιδέες που επικρατούσαν γύρω στο 1608. Στη συνέχεια, ο πρόεδρος κάθε συµποσίου κάνει τη δική του εισαγωγή στο κυρίως θέµα και συστήνει τους τέσσερεις οµιλητές, οι οποίοι ακολούθως αναπτύσσουν το κυρίως θέµα κάθε συµποσίου. Η ίδια η επιλογή να ονοµαστούν «συµπόσια» εκδηλώσεις που θα µπορούσαν να αποκληθούν απλώς «συνέδρια» δεν είναι τυχαία. Όπως αναφέρει ο Lord Justice Rix, ο όρος αυτός αποτελεί φόρο τιµής στον Πλάτωνα αφού «όσοι πίνουν µαζί εξελίσσονται µαζί σε σοφούς»! Βέβαια, είναι δύσκολο να µεταφερθεί στο σύντοµο αυτό σηµείωµα το περιεχόµενο οµιλιών τόσο περιεκτικών και συγχρόνως τόσο συναρπαστικών, οι οποίες σε ορισµένα σηµεία τολµούν να είναι και προκλητικές, χωρίς να απουσιάζει το χαρακτηριστικό βρετανικό χιούµορ. Όµως, θα προσπαθήσουµε τουλάχιστον να σκιαγραφήσουµε µερικούς κεντρικούς θεµατικούς άξονές τους.

Το πρώτο συµπόσιο έχει θέµα τη σχέση δικαίου και επιστήµης. Στο πλαίσιο της ανάλυσης της στάσης του αρχαίου ελληνικού κόσµου ως προς το θέµα αυτό, εξετάζεται η κατηγορία της ασέβειας εναντίον φιλοσόφων και επιστηµόνων που υποστήριζαν φιλοσοφικές ή επιστηµονικές απόψεις µη αποδεκτές στην εποχή τους. Η βαρόνη Ruth Deech, πρόεδρος της Αρχής για την Ανθρώπινη Γονιµοποίηση και την Εµβρυολογία, θέτει το ερώτηµα κατά πόσον η ρύθµιση µε κανόνες δικαίου της θεραπείας γονιµότητας έρχεται σε αντίθεση µε τα ανθρώπινα δικαιώµατα. Επί παραδείγµατι, ο βρετανικός νόµος του 1990 για την ανθρώπινη γονιµοποίηση και την εµβρυολογία προωθεί τις αρχές της αυτονοµίας, της ευηµερίας του νεογνού, της ασφάλειας, του σεβασµού προς το έµβρυο και της διάσωσης της ζωής µέσω της έρευνας και της εργασίας στα βλαστικά κύτταρα. Η διατήρηση των εµβρύων στο εργαστήριο πέραν των δεκατεσσάρων ηµερών αποτελεί ποινικό αδίκηµα σύµφωνα µε τον νόµο αυτόν. Αποτελούν οι διατάξεις αυτές εµπόδιο για την επιστηµονική έρευνα; Και, άραγε, η υιοθέτηση του σχετικού νοµοθετικού πλαισίου βασίζεται σε επιστηµονικά δεδοµένα, στην ηθική ή σε συνδυασµό πολλών διαφορετικών στοιχείων; Αντίστοιχα ερωτήµατα θέτουν η διατήρηση βιοµετρικών στοιχείων, η καταγραφή µε κάµερες των κινήσεων των προσώπων, καθώς επίσης η συλλογή και η διάχυση προσωπικών δεδοµένων.

Το δεύτερο συµπόσιο έχει θέµα τη σχέση δικαίου και θρησκείας. Προµετωπίδα στο συµπόσιο αυτό αποτελεί η περίφηµη αντιπαράθεση Κρέοντα και Αντιγόνης από το οµώνυµο θεατρικό έργο του Σοφοκλή. Ειδικότερα, ο Καθηγητής Anthony Grayling αναφέρεται στην ιδέα του λαϊκού κράτους. Κατά την άποψή του, οι θρησκευτικοί οργανισµοί είναι αστικές ενώσεις προσώπων, που είναι τα µέλη τους, και ως εκ τούτου θα πρέπει να έχουν τα ίδια δικαιώµατα και τις ίδιες υποχρεώσεις µε άλλες ενώσεις, όπως τα εργατικά σωµατεία, τα πολιτικά κόµµατα και οι γυναικείες οργανώσεις. Εντούτοις, στη Μεγάλη Βρετανία είκοσι έξι δεσπότες έχουν δικαίωµα συµµετοχής στη Βουλή των Λόρδων, επιπλέον όσων επισκόπων και αρχιεπισκόπων συµµετέχουν στο ίδιο σώµα λόγω των τίτλων ευγενείας που τους έχουν δοθεί. Όµως, κατά την άποψη του Καθηγητή Grayling, ο νόµος σε µια κοινωνία δικαίου δεν πρέπει να ευνοεί κανέναν και καµία άποψη αλλά θα πρέπει να τηρεί ανεξαρτησία και ουδετερότητα. Ο Lord Justice Rix αναφέρεται στον Νόµο κατά του Φυλετικού και Θρησκευτικού Μίσους του 2006 και στο υπό κατάργηση το 2008 αδίκηµα της βλασφηµίας στην Αγγλία και την Ουαλία.

Άποψη της Εκκλησίας Temple στο City του Λονδίνου
Άποψη της Εκκλησίας Temple στο City του Λονδίνου

Το τρίτο συµπόσιο ασχολείται µε τη σχέση δικαίου και πολιτικής. Ο Καθηγητής Malcolm Schofield εξηγεί σε προλογικό του σηµείωµα τη σχέση νόµου και πολιτικής στην Αρχαία Ελλάδα. Υποστηρίζει ότι το αθηναϊκό δηµοκρατικό σύστηµα ήταν, όπως πίστευαν οι Αθηναίοι, η ενσάρκωση του πνεύµατος του νόµου. Συγχρόνως, το νοµικό τους σύστηµα θα µπορούσε να περιγραφεί ως δηµοκρατικός πολιτισµός σε δράση. Ο λόρδος Bingham of Cornhill, ανώτατος Βρετανός δικαστής, αναφέρεται στη θέση του βρετανικού Κοινοβουλίου, το οποίο, σύµφωνα µε την έννοµη τάξη της χώρας, έχει την ανώτατη νοµοθετική εξουσία. Επίσης, τάσσεται, όπως και ο Καθηγητής Peter Hennessy, κατά της δηµιουργίας κωδικοποιηµένου και περιχαρακωµένου γραπτού συντάγµατος.

Ο Καθηγητής Vernon Bogdanor θέτει το ερώτηµα κατά πόσον το βρετανικό συνταγµατικό σύστηµα χαρακτηρίζεται από τη θεωρία της διάκρισης των εξουσιών. Η άποψή του είναι ότι, τις τελευταίες δεκαετίες, έχουν γίνει πολλά για να εδραιώσουν τη διάκριση αυτήν παρότι η εξουσία εξακολουθεί να παραµένει, αν και ξαναµοιρασµένη, στα χέρια της άρχουσας ελίτ. Η Shami Chakrabarti, επιφανής δικηγόρος και πρύτανης του Πανεπιστηµίου Brookes της Οξφόρδης, παροµοιάζει τη δηµοκρατία µε µηχανισµό που έχει τόσο ακίνητα όσο και κινητά µέρη. Στα κινητά µέρη περιλαµβάνει την τακτική εκλογική διαδικασία, την οποία θεωρεί αναγκαία αλλά όχι και ικανή συνθήκη για τη λειτουργία της δηµοκρατίας. Για να µη βυθιστεί η δηµοκρατία πολύ σύντοµα, απαιτούνται τα ακίνητα µέρη της, δηλαδή µη διαπραγµατεύσιµα ανθρώπινα δικαιώµατα και ελευθερίες, ο κανόνας του κράτους δικαίου, ανεξάρτητοι δικαστές για να τον διαφυλάξουν, καθώς και ανεξάρτητη διοίκηση. Όπως χαρακτηριστικά σηµειώνει η διάσηµη νοµικός, αν αρχίσεις να εκλέγεις τα µέλη της δικαστικής εξουσίας ή να τους ασκείς πολιτική πίεση, στο τέλος ο Βαραββάς θα είναι πάντα αυτός που θα απελευθερώνεται. Επιπλέον, η Chakrabarti αναφέρεται στο βρετανικό Νόµο για τα Ανθρώπινα ∆ικαιώµατα του 1998, σε ισχύ από το 2000, ο οποίος τότε δηµιούργησε προβλήµατα στη δρακόντεια κυβερνητική πολιτική σχετικά µε την παραχώρηση ασύλου και την αντιµετώπιση της τροµοκρατίας.

Θέµα του τέταρτου συµποσίου είναι η σχέση ανάµεσα στο δίκαιο και το εµπόριο. Ο Καθηγητής Malcolm Schofield, σε προλογικό του σηµείωµα, αναφέρει ότι η αθηναϊκή νοµοθεσία προέβλεπε επόπτες για τις αγορές, επιθεωρητές των µέτρων και των σταθµών, καθώς και επιλεγµένους µε κλήρο υπαλλήλους που ήταν επιφορτισµένοι µε την πώληση του αραβοσίτου, των αλεύρων και του άρτου. Από τα µέσα του 4ου αι. π.Χ., το εµπορικό δίκαιο, η χρήση εγγράφων συµβολαίων και η σχετική δικαστική προστασία αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα για να αντιµετωπίσουν τα ζητήµατα που ανέκυπταν για τους Αθηναίους και τους αλλοδαπούς εµπόρους και πλοιοκτήτες.

Στιγμιότυπο από συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ
Στιγμιότυπο από συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ

Ο λόρδος Browne of Madingley, πρόεδρος της Βασιλικής Ακαδηµίας Μηχανικής, εξηγεί στην οµιλία του ότι, αν και οι επιχειρήσεις φέρνουν τους ανθρώπους κοντά, η συνεργασία τους σε διεθνές επίπεδο δεν θα ήταν δυνατή χωρίς κανόνες. Η ελεύθερη αγορά δεν είναι αγορά χωρίς κανόνες και χωρίς κυβερνητικούς και υπερεθνικούς θεσµούς, παρ’ όλο που αυτοί πρέπει να είναι ευέλικτοι και να προσαρµόζονται σε νέες προκλήσεις, όπως είναι η ύπαρξη κυρίαρχων διεθνών κεφαλαίων και η κλιµατική αλλαγή.

Ο σερ Andrew Large, πρώην υποδιοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, επικεντρώνεται στη σχέση του δικαίου, και δη του βρετανικού, µε το χρηµατοοικονοµικό σύστηµα. Η οµιλία του εστιάζεται στα ζητήµατα που εγείρει η χρηµατοοικονοµική κρίση. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται και το ερώτηµα: «Πώς οι νόµιµες ιδιωτικές πράξεις στο χρηµατοοικονοµικό τοµέα δεν θα οδηγήσουν σε αρνητικές συνέπειες για την κοινωνία στο σύνολό της;». Θεωρεί ότι, ακόµη και στην περίπτωση αυτήν, πρέπει να ισχύουν βασικές αρχές του δικαίου. Επίσης, αναφέρεται διεξοδικά στο ζήτηµα του «ηθικού κινδύνου» που δηµιουργεί η διάσωση τραπεζών µε χρήµατα των φορολογουµένων, η οποία µπορεί να ενθαρρύνει περισσότερη µόχλευση στο µέλλον και να οδηγήσει µακροπρόθεσµα σε µεγαλύτερο κοινωνικό κόστος. Κατά την άποψή του, δηµιουργούνται πάντα συστηµικοί κίνδυνοι από τα υψηλά επίπεδα δανεισµού και µόχλευσης, τα οποία διογκώνουν την αξία των περιουσιακών στοιχείων µέχρι σηµείου όπου η εµπιστοσύνη των επενδυτών καταρρέει και αρχίζει η αποµόχλευση. Οι κεντρικές τράπεζες έχουν τότε δύο τρόπους αντίδρασης: είτε να «ρίξουν» χρήµατα στην αγορά και στις επιχειρήσεις µε κοινωνικό κόστος για τους φορολογουµένους είτε να καταφύγουν σε πληθωριστικές πολιτικές µε αντίστοιχο κόστος για τους καταθέτες και την οικονοµία. Την επιλογή την κάνει µάλλον η πολιτική και όχι το δίκαιο. Τέλος, συνιστά την υιοθέτηση διεθνών προτύπων και κωδίκων για την αποκατάσταση της ακεραιότητας και της αξιοπιστίας των χρηµατοπιστωτικών αγορών και την προστασία των καταναλωτών στις αγορές αυτές.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι και η συµβολή του Jan Paulsson, εξέχοντος διαιτητή σε διεθνείς διαιτησίες και πανεπιστηµιακού Καθηγητή. Αναφερόµενος στις διεθνείς επενδύσεις θεωρεί ότι η τυχόν αυθαιρεσία του εθνικού συστήµατος δικαίου αποτελεί ισχυρό αντικίνητρο για αυτές. Ιδιαίτερη σηµασία δίνει στις ενδεχόµενες εσωτερικές ανισορροπίες του κράτους δικαίου – είτε σε περιπτώσεις όπου τα διεθνή δικαστήρια είναι προκατειληµµένα είτε σε περιπτώσεις όπου η απονοµή δικαιοσύνης είναι εξαιρετικά µακρόσυρτη. ∆ίνει το παράδειγµα της εξαιρετικά αργής ινδικής δικαιοσύνης, αν και το παράδειγµα της ελληνικής δικαιοσύνης θα ήταν εξίσου πειστικό. Ο λόρδος Phillips of Worth Matravers, ανώτατος δικαστής, περιγράφει την παράλληλη πορεία της ανάδειξης του Λονδίνου ως διεθνούς εµπορικού και οικονοµικού κέντρου και της σταδιακής εξέλιξης του τρόπου επίλυσης επιχειρηµατικών διαφορών στο Λονδίνο µέσω της προσφυγής στα αγγλικά δικαστήρια ή/και σε διαιτησία.

Το πέµπτο συµπόσιο επικεντρώνεται στη σχέση του δικαίου µε τις διεθνείς σχέσεις. Ο Καθηγητής Malcolm Schofield αναφέρεται προλογικά στο επεισόδιο της σφαγής των κατοίκων της Μήλου από τους Αθηναίους και των διαπραγµατεύσεων που προηγήθηκαν κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέµου ως δείγµα Realpolitik όπου το δίκαιο και η δικαιοσύνη δεν είχαν κανέναν ρόλο. Ωστόσο, οι αρχαίες αµφικτιονίες επέβαλλαν περιορισµούς στη χρήση στρατιωτικής βίας µεταξύ των µελών τους και κυρώσεις σε περίπτωση παράβασής τους.

Ο σερ Lawrence Freedman, Καθηγητής Σπουδών περί Πολέµου στο King’s College του Λονδίνου, θέτει το ερώτηµα κατά πόσον η κήρυξη πολέµου πρέπει να διέπεται από το διεθνές δίκαιο. Θεωρεί ότι οι σχετικές αποφάσεις του Συµβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ οπωσδήποτε προσδίδουν νοµιµοποίηση και γενική αποδοχή αλλά δεν εξασφαλίζουν πάντα τη νοµιµότητα της ενέργειας. Εναργές παράδειγµα αποτέλεσε η κήρυξη πολέµου κατά του Ιράκ το 2003, λόγω υποτιθέµενης κατοχής όπλων µαζικής καταστροφής, η οποία όµως ουδέποτε αποδείχθηκε µετά την εισβολή.

Σηµαντική είναι σήµερα στις διεθνείς σχέσεις η µείωση της διάκρισης µεταξύ του εσωτερικού και του διεθνούς στοιχείου, όπως συµβαίνει µε τα θέµατα τροµοκρατίας. Μια άλλη αρχή, η αρχή της µη επέµβασης στα εσωτερικά άλλων κρατών, φαίνεται να κάµπτεται σε ορισµένες περιπτώσεις, όπως είναι τα διεθνή µέτρα κατά του καθεστώτος των φυλετικών διακρίσεων στη Νότια Αφρική. Επίσης,  πιο πρόσφατα, οι επεµβάσεις στο Κόσοβο, στη Βοσνία, στη Σιέρα Λεόνε και στο Ανατολικό Τιµόρ δηµιούργησαν προηγούµενα και για την επέµβαση της Ρωσίας στη Νότια Οσετία της Γεωργίας. Σε γενικές γραµµές, σύµφωνα µε τον οµιλητή, ο ρόλος του διεθνούς δικαίου θα είναι πάντα προβληµατικός ως προς τη χρήση ένοπλης βίας διότι δύσκολα θα επιβληθεί στους βασικούς παράγοντες της ισχύος και του συµφέροντος που συνυπάρχουν, αν και ο ρόλος του Συµβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ είναι σηµαντικός για τον προσδιορισµό της νοµιµοποίησης της χρήσης πολεµικής βίας.

Το έργο του  ∆ικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η εφαρµογή από αυτό των αρχών της ∆ιακήρυξης των ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου του 1948 παρουσιάζονται πολύ εύγλωττα από τον σερ Konrad Schiemann, ο οποίος διετέλεσε και δικαστής του. Τέλος, ο λόρδος Brittan of Spennithorne, που στο παρελθόν διετέλεσε Επίτροπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, µιλά για τη σπουδαιότητα των εξουσιών που έχουν οι ευρωπαϊκοί θεσµοί να επιβάλλουν κυρώσεις σε περίπτωση παράβασης του ∆ικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, έτσι, να επιτελούν ευκολότερα το σκοπό τους. Συγκρίνει επίσης τις εξουσίες αυτές µε τις πολύ πιο περιορισµένες του ∆ιεθνούς Οργανισµού Εµπορίου. Στο ερώτηµα «Ποιο κυριαρχεί, στη σχέση δικαίου και κοινωνίας» ο λόρδος Brittan απαντά κατηγορηµατικά: «Η κοινωνία». Και τούτο, διότι το δίκαιο, αν και περιέχει στοιχεία βεβαιότητας, πρέπει να είναι δυνατόν να αλλάξει και πράγµατι αλλάζει από τους ανθρώπους που συγκροτούν την κοινωνία.

Συµπερασµατικά, το βιβλίο αυτό συναρπάζει τόσο µε τα ενδιαφέροντα θέµατα που πραγµατεύεται όσο και µε τις προσωπικότητες των οµιλητών/συγγραφέων του. Πράγµατι, όλοι οι συνεισφέροντες χαρακτηρίζονται από βαθιά γνώση της κλασικής παιδείας, της βρετανικής νοµικής παράδοσης ή επιστήµης, αλλά και των εξεταζόµενων θεµάτων, τα οποία και παρουσιάζουν µε σαφήνεια, περιεκτικότητα και χωρίς περιττή σοβαροφάνεια.

38-43