Βιβλιοπαρουσίαση
ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΑΩ - ΤΕΥΧΟΣ 53 - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2011 ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΕΥΧΟΣ 53 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2011
περιεχόμενα τεύχους επικοινωνήστε μαζί μας !

Της Τιτίκας Καραβία,
δρος Θεωρίας της Λογοτεχνίας και Πολιτισµικής Κριτικής, εντεταλµένης διδάσκουσας στο Τµήµα Φιλολογίας του Πανεπιστηµίου Πατρών

Η τόλµη του θεωρείν
στην εποχή
των προσχωρήσεων

Απόστολος Λαµπρόπουλος και Αντώνης Μπαλασόπουλος (επιµ.), Χώρες της θεωρίας. Ιστορία και γεωγραφία των κριτικών αφηγηµάτων, Αθήνα: εκδ. Μεταίχµιο, 2010, 583 σελ. ISBN: 978-960-455-559-8

Οι Χώρες της θεωρίας επιχειρούν να αποτυπώσουν και να µεταδώσουν έναν προβληµατισµό για την φύση, την θέση και την δυναµική της θεωρίας στο σύγχρονο παγκοσµιοποιηµένο σκηνικό στα πεδία της Θεωρίας της Λογοτεχνίας, της Συγκριτικής Γραµµατολογίας, της Πολιτισµικής Θεωρίας, της Μεταφρασεολογίας, της Σύγχρονης Ιστορίας και της Θεωρίας της Ιστοριογραφίας, της Ανθρωπογεωγραφίας και της Σηµειωτικής του Χώρου, της Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας, των Πολιτικών Επιστηµών και της Παιδαγωγικής. Έχοντας ως σηµείο εκκίνησης «την υποψία ότι η ‘‘θεωρητική ζωή εν Ελλάδι’’ είναι εδώ και καιρό λιγότερο περιφερειακή και µεταπρατική από ό,τι ίσως πιστεύεται» (σελ. 15), οι επιµελητές του τόµου, Απόστολος Λαµπρόπουλος και Αντώνης Μπαλασόπουλος, προσδοκούν να µας παρασύρουν σε έναν γόνιµο και συναρπαστικό διάλογο. Και το επιτυγχάνουν!

Αρχικά, µέσα από τις µελέτες της Κάριν Μπόκλουντ-Λαγοπούλου, της Λητούς Ιωακειµίδου, του Μίλτου Πεχλιβάνου και της Σόφης Ιακωβίδου, οι οποίες πραγµατεύονται αντιστοίχως την ιστορική µελέτη της λογοτεχνίας, τις προοπτικές που διαγράφονται για την Συγκριτική Γραµµατολογία από την θεωρητική της διεύρυνση, την ριζοσπαστικότητα και την απήχηση της αισθητικής της πρόσληψης στον διεθνή και τον εγχώριο θεωρητικό στοχασµό και, τέλος, την κοινωνιοποιητική ως παράγωγο της θεωρίας των πεδίων.

Από «τον στοχασµό περί λογοτεχνίας ως λυδία λίθο και διαρκές ζητούµενο του θεωρητικού στοχασµού» (σελ. 15), τον οποίο φιλοδοξούν να αναδείξουν οι µελέτες της πρώτης ενότητας του τόµου, τα κείµενα της δεύτερης επικεντρώνονται στις «χωροχρονικές µετατοπίσεις, µετακινήσεις και µετακενώσεις του θεωρητικού λόγου» (σελ. 117) σε σχέση, αντιστοίχως, µε την ιστορία της µετανάστευσης και τις µεταλλάξεις του εθνικού φαντασιακού (Ιωάννα Λαλιώτη), τον τρόπο που η ιστορία και η γεωγραφία καθόρισαν την παράδοση της Κριτικής Θεωρίας (Κωνσταντίνος Καβουλάκος), τα ταξίδια της «εγγενώς εκτατής και επεκτατικής» (σελ. 167) Πολιτισµικής Θεωρίας και την δυνατότητά της να θέτει εν αµφιβόλω τοπικές βεβαιότητες και εθνικούς µύθους (Γρηγόρης Πασχαλίδης).

Στην τρίτη ενότητα, η θεωρία συναντά την πόλιν και την ιστορία: η Μίνα Καραβαντά στο πλαίσιο µιας «οντοπολιτικής κριτικής», βασισµένης στην σύναψη λογοτεχνίας και πολιτικής µε στόχο την διερεύνηση της δυνατότητας για µια φιλόξενη, χωρίς αποκλεισµούς, «πολιτεία ετεροτήτων» (σελ. 240)· ο Αλέξανδρος Κιουπκιολής εκκινώντας από την ευρύτερη κοινωνική στροφή προς την µεταπολιτική και την µεταδηµοκρατία· η  Έφη Γαζή σε µια κριτική αποτίµηση της προβληµατικής για την αφηγηµατικότητα και την κειµενικότητα που αναπτύχθηκε στον χώρο της ιστοριογραφίας, µε ιδιαίτερη έµφαση στο θέµα των ορίων της αφηγηµατικής αναπαράστασης του ολοκαυτώµατος· τέλος, ο Γιάννης Παπαθεοδώρου, συνάπτοντας  την «ρητορική στροφή» στον χώρο της ιστοριογραφίας και τον θεωρητικό προβληµατισµό περί ιστορικής ποιητικής µε «το στοίχηµα για τον ‘‘εκδηµοκρατισµό’’ της ιστορίας» (σελ. 322).

Οι µελέτες της τέταρτης ενότητας, εστιασµένες σε θέµατα χωρικών σχέσεων (Αλέξανδρος Φ. Λαγόπουλος), µετάφρασης (Στέφανος Στεφανίδης) και παιδαγωγικής (Ελένη Χοντολίδου) εκθέτουν, σχολιάζουν και µετασχηµατίζουν τις πληθυντικές θεωρητικές παραδόσεις που τις διέπουν, εισβάλλοντας σε νέα εδάφη, αναδιατάσσοντας όρια, κατοχυρώνοντας έµπρακτα τον διακλαδικό και διεπιστηµονικό τους χαρακτήρα.

Η πέµπτη και τελευταία ενότητα του τόµου είναι µεταθεωρητική: µέσα από µια ντεριντιανή κυρίως προοπτική, αναψηλαφεί τα «βασικά διακυβεύµατα της θεωρίας ως λόγου και του λόγου για την θεωρία» (σελ. 435).  Ως απάντηση στις εναγώνιες τοποθετήσεις ή τις όλο ευαρέσκεια αποφάνσεις περί «τέλους της θεωρίας», η Μαρία Μαργαρώνη αντιτείνει την θεωρία ως «ανοίκειο πρόσθεµα της θέασης» (σελ. 473) και εκλαµβάνει το θεωρείν ως θέαση που δοκιµάζεται, διακόπτεται, ιστορικοποιείται και (ανα)κατευθύνεται σε ένα αγωνιστικό διάµεσο ασπίδων-αντανακλάσεων. «∆ιεµβολίζοντας» το δίπολο θεωρία-ιστορία µε την νοµικοπολιτική έννοια της κυριαρχίας, ο Αντώνης Μπαλασόπουλος τοποθετεί την χώρα της επερχόµενης θεωρίας στο µεταίχµιο της ηθικοφιλοσοφικής και της ιστορικοπολιτικής ανάλυσης της κυριαρχίας. Ο Απόστολος Λαµπρόπουλος, τέλος, προτείνει την προσφυγή στην θεωρία - χώρα - µήτρα λόγων που συγχρονίζονται, έστω και αναδροµικά, µεταξύ τους σε µια ελκυστική ασυνέχεια– για τον απεγκλωβισµό του θεωρητικού στοχασµού από την µοιρολατρία µιας διαρκώς επαπειλούµενης κατάρρευσης ή εξαφάνισής του.

Η προβληµατική που αναπτύσσουν οι Χώρες της θεωρίας προάγει µε αξιώσεις έναν διεπιστηµονικό και διακλαδικό διάλογο στον χώρο πρωτίστως των ανθρωπιστικών επιστηµών. Ο αναγνώστης αναµετριέται µε αξιόλογα, συναρπαστικά, ενίοτε εµπνευσµένα στιγµιότυπα της θεωρίας στον ελληνόφωνο χώρο, χωρίς βέβαια να λείπουν τα αντεπιχειρήµατα και οι ενστάσεις σε επιµέρους σηµεία των δεκαεπτά µελετών, ανάλογα µε τον βαθµό εξοικείωσης, την παρουσία ή την προσωπική του διαδροµή στον χώρο των κριτικών αφηγηµάτων. Ενδεικτικά, αξίζει να σηµειωθεί ότι αρκετοί από τους συγγραφείς του τόµου επιλέγουν να αξιοποιήσουν παραδείγµατα γνωστά από την ξενόγλωσση βιβλιογραφία, παρακάµπτοντας επιδέξια την όποια σχετικοποίηση των θεωρήσεών τους θα προκαλούσε η διεξοδική µελέτη ανάλογων –φαινοµενικά– περιπτώσεων από την ελληνική πραγµατικότητα.

Από την ώσµωση του κριτικού αναγνώστη µε τις Χώρες της θεωρίας επανέρχεται ακόµη πιο επιτακτικό το αίτηµα για παραµερισµό του αµέθοδου και βολικού συγκρητισµού, τον οποίο εν πολλοίς έχει επιβάλει η δυναµική των Πολιτισµικών Σπουδών. Στις µέρες µας, αυτό που εν γένει επιτυγχάνει διεθνώς η θεωρία, καταφεύγοντας άλλοτε σε οµφαλοσκοπήσεις και άλλοτε σε ριζωµατικά τερτίπια, είναι να κερδίζει πεισµατικά, και µάλλον φοβικά, την επιβιωσιµότητά της, την ικανότητά της δηλαδή να επιβιώνει υπό προθεσµία, χωρίς σαφή προσδιορισµό και στόχο. Το παρόν ξεφεύγει µέσα από τα χέρια της, γιατί αδυνατεί να ενσωµατώσει στην ιστορία της την µαταίωση βεβαιοτήτων που άλλοτε την καθόρισαν και να αντιταχθεί στον εγκλεισµό της σε ένα αέναο σήµερα που δεν κυοφορεί τίποτε το ελπιδοφόρο για το αύριο.

Το ερώτηµα, λοιπόν, που εύλογα τίθεται είναι ώς πότε θα δεχόµαστε να επιβιώνουµε µετέωροι αναστοχαστικά, αντί να επιδιώκουµε να υπάρξουµε εν τέλει θεωρητικά. Σε ό,τι αφορά τον εγχώριο θεωρητικό στοχασµό, πιστεύω ότι αυτό που µας οδήγησε στην υιοθέτηση της επιβιωσιµότητας ως µόνης λύσης είναι η παγίδευση ορισµένων στην σαγήνη της µεταµοντέρνας αποσπασµατικότητας και η γαλούχηση άλλων στον θεωρητικό στοχασµό µέσα από την ευκαιριακή –µη µεθοδική– έκθεση και εξοικείωσή τους µε σηµαντικά έργα αναφοράς και την συνακόλουθη δηµιουργία στρεβλών εικόνων. [1] Παρ’ όλο που µαγικές συνταγές δεν υπάρχουν, η άποψη που υποβάλλει η ανάγνωση του κειµένου «Πώς πέφτει ο τέλειος θεωρητικός; Η κρίση του θεωρείν στην εποχή της µαρτυρίας» της Μ. Μαργανώνη –µιας από τις ιδιαίτερα σηµαντικές συµβολές του τόµου– είναι ότι η δυναµική της θεωρίας εξαρτάται, εν πολλοίς, από τον τρόπο που ο θεωρητικός επιλέγει να διασφαλίσει την παρουσία του στον χώρο των κριτικών αφηγηµάτων. Η θεωρία ως τεχνούργηµα είναι απείρως πιο ελκυστική όταν δεν προσχωρεί σε εκλεκτικιστικές επιβιώσεις στοχασµών µε τους οποίους ουδέποτε αναµετρήθηκε ουσιαστικά, τολµώντας αντίθετα να εκτεθεί στην γοητεία αυτών που θα ανοικειώσει µέσω της συστηµατικής τους αναδίφησης. Για να υπάρξουµε θεωρητικά, θα πρέπει να εισέλθουµε και να περιοδεύσουµε στην χώρα της θεωρίας, εγκαταλείποντας κάθε βολικό παρατηρητήριο. Μόνον τότε η θέασή µας δεν θα είναι υπερ-οπτική· και γι’ αυτό θα είναι εν-διαφέρουσα.

1 Η αναλυτική καταγραφή και τεκμηρίωση των λόγων που οδήγησαν σε ακούσιες παραχαράξεις της θεωρίας στον εγχώριο στοχασμό εκτείνονται πολύ πέραν των στόχων του παρόντος κειμένου. Παρ' όλο που το θέμα δεν έχει ακόμη επαρκώς μελετηθεί, επιμέρους πτυχές του μπορεί ο αναγνώστης να ανιχνεύσει ενδεικτικά στον τόμο Κ. Βούλγαρης (επιμ.), Θεωρία, Λογοτεχνία, Αριστερά (Αθήνα: εκδ. Το Πέρασμα, 2008), καθώς και στο άρθρο της Τ. Καραβία και της Π. Καρπούζου, «Θεωρίες εν κινήσει: Μεταφράσεις και μεταλλαγές της Θεωρίας της Λογοτεχνίας και της Πολιτισμικής Κριτικής στην Ελλάδα», Θέµατα Λογοτεχνίας 43 (2010), σελ. 246 κ.ε.

44-47