Διάλεξη
ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΑΩ - ΤΕΥΧΟΣ 53 - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2011 ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΕΥΧΟΣ 53 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2011
περιεχόμενα τεύχους επικοινωνήστε μαζί μας !
Πριν από την συγχώρεση:
Η ελληνική συγγνώµη

Της David Konstan,

Καθηγητή Κλασικών Σπουδών
στο Πανεπιστήµιο
της Νέας Υόρκης,
Οµότιµου ∆ιακεκριµένου
Καθηγητή Κλασικών Σπουδών
και Ουµανιστικής Παράδοσης,
Έδρα John Rowe Workman,
Πανεπιστήµιο Brown, ΗΠΑ

Απόδοση-επιµέλεια:
Μαρία Μαγγιώρου

Η συγχώρεση έχει πολλή πέραση στην εποχή µας.  Ενώ όλοι παραδεχόµαστε ότι τα µεγάλα εγκλήµατα συγχωρούνται πολύ δύσκολα, δεν έχουµε παρά επαίνους για όσους κατορθώνουν να επιδείξουν τέτοια µεγαλοψυχία· για όσους, δε, αποτυγχάνουν να φτάσουν το ιδανικό, τρέφουµε την κρυφή ελπίδα ότι θα βρουν την εσωτερική δύναµη και το κουράγιο να το κατορθώσουν. Επίσης, θεωρούµε την συγχώρεση θεραπευτική: κάνει καλό να ξεπερνάµε το παρελθόν και να προχωρούµε παρακάτω, όπως λέµε. Ορισµένοι παρατηρητές, µάλιστα, έχουν ανιχνεύσει µια διάσταση καταναγκασµού στην προσδοκία των άλλων να δείχνουµε επιείκεια.

Ενδεχοµένως, όµως, υπάρχουν καταστάσεις ή µορφές προσβολής µε τις οποίες οφείλει κανείς να αγανακτεί: όταν πρόκειται για σοβαρά αδικήµατα, είναι ίσως λάθος να υποκύπτουµε στην επιθυµία µας να νιώσουµε καλά, αφήνοντας έτσι την εντύπωση ότι δικαιολογούµε ή δικαιώνουµε τους ενόχους. Τα ζητήµατα αυτά γύρω από την συγχώρεση µας ωθούν να εξετάσουµε την συγκεκριµένη έννοια από ιστορική σκοπιά, καθώς και να ερευνήσουµε πώς προέκυψαν τόσο η προσδοκία συγχώρεσης όσο και αυτή καθ’ εαυτήν η ιδέα της συγχώρεσης.

Σε αυτό το δοκίµιο, επικεντρώνοµαι στην αρχαία ελληνική σκέψη και υποστηρίζω ότι στην αρχαία Ελλάδα δεν υπήρχε έννοια ή πρακτική συγχώρεσης αντίστοιχη µε την νεότερη ιδέα. Και δεν προτίθεµαι, υποστηρίζοντας αυτή την θέση, να επικρίνω στο παραµικρό τους Αρχαίους ή να υπαινιχθώ κάποια ηθική τους κατωτερότητα. Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν πολλούς τρόπους για να προάγουν την συµφιλίωση µεταξύ ανθρώπων, τρόπους απολύτως αποτελεσµατικούς. Αυτό που, κατά την γνώµη µου, δεν είχαν οι αρχαίοι Έλληνες είναι η συγχώρεση µε την νεότερη έννοια του όρου. Όντως, η ιδέα αυτή είναι σχετικά καινοφανής –νεωτερική, θα έλεγα, όσο και ο Ευρωπαϊκός ∆ιαφωτισµός–, τουλάχιστον όσον αφορά την συγχώρεση µεταξύ και εκ µέρους ανθρώπων. Ασφαλώς, η συγχώρεση αποτελεί το κεντρικό θέµα της Αγίας Γραφής – εκεί όµως είναι πρωτίστως ο Θεός που συγχωρεί, και αυτό που συγχωρεί είναι η αµαρτία ή η αποµάκρυνση από την λατρεία Του. Στο παρόν άρθρο, όµως, µε απασχολεί κυρίως η αρχαία Ελλάδα.

Έχοντας αναφερθεί στην νεότερη έννοια της συγχώρεσης, χρειάζεται καταρχάς να δώσουµε τον ορισµό της. Σε γενικές γραµµές, παραδεχόµαστε ότι συγχωρούµε µόνο κάποιον που µας έχει αδικήσει. Με άλλα λόγια, δεν συγχωρούµε ανθρώπους που είναι αθώοι. Θα ήταν παράξενο να πούµε «ποτέ σου δεν µ’ αδίκησες και σε συγχωρώ». Μολονότι, δε, υπάρχουν καθόλα αποδεκτές χρήσεις της λέξης «συγχώρεση» οι οποίες δεν προϋποθέτουν την ενοχή –όπως όταν λέµε «µε συγχωρείτε» σε κάποιον που κατά λάθος πατήσαµε–, θα περιοριστώ στην έννοια που εµπεριέχει την διάπραξη αδικίας. Και τούτο, όχι µόνον επειδή πρόκειται για ηθική έννοια απαραίτητη σε κάθε σοβαρή διερεύνηση του ζητήµατος της συγχώρεσης, αλλά και επειδή η ιδέα και µόνον ότι η ενοχή αποτελεί προϋπόθεση της συγχώρεσης εγείρει αµφιβολίες ως προς το αν η έννοια της συγχώρεσης ήταν πράγµατι µέρος του «ηθικού ρεπερτορίου» της αρχαίας Ελλάδας. Ωστόσο, για να αδικήσεις δεν φτάνει να κάνεις κακό – το κακό πρέπει να γίνει εκ προθέσεως, και όχι τυχαία. Φυσικά, δεν είναι πάντα εύκολο να διακρίνονται οι εκούσιες από τις ακούσιες πράξεις, όπως στην περίπτωση της µειωµένης ευθύνης, του εξωτερικού καταναγκασµού, του ελαφρυντικού της άγνοιας. Αυτές οι δύσκολες περιπτώσεις, όπου δεν είµαστε βέβαιοι αν πράγµατι ισχύει η συγχώρεση, αποδεικνύονται κεντρικής σηµασίας για το αν υπήρχε η έννοια της συγχώρεσης στην αρχαία Ελλάδα.

Προτού όµως στραφούµε στους αρχαίους Έλληνες, πρέπει να σταθούµε στο γεγονός ότι η νεότερη συγχώρεση απαιτεί την ύπαρξη δύο ανθρώπων: σε συγχωρώ µόνο και µόνο επειδή κέρδισες την συγγνώµη µου. Θέλουµε ο δράστης να αναγνωρίσει ότι αυτό που διέπραξε ήταν ηθικά λανθασµένο και να απορρίψει την ίδια συµπεριφορά στο µέλλον. Την µετάνοια την υποδηλώνει το συναίσθηµα των τύψεων –όχι απλώς η λύπη για κάποια πράξη–, δηλαδή µια βαθιά ηθική µεταµόρφωση. Ο µετανοών εκδηλώνει µια εσωτερική αλλαγή αντίστοιχη µε την απόκτηση νέας ταυτότητας. Η µετάνοια είναι, ασφαλώς, ιδέα βαθιά ριζωµένη στην εβραϊκή και την χριστιανική παράδοση, αλλά είναι αξιοπρόσεκτα απούσα από τις αρχαίες πραγµατείες περί ηθικής. Αν η συγχώρεση περιλαµβάνει πράγµατι συναισθήµατα όπως οι τύψεις και η µετάνοια, τούτο ενισχύει ακόµη περισσότερο την υπόθεση ότι η εν λόγω ιδέα ελάχιστα ενδιέφερε την κλασική αρχαιότητα.

Jean-Auguste-Dominque Ingres, Ζευς και Θέτις, 1811, λάδι σε καµβά, λεπτοµέρεια

Ας επιστρέψουµε στο πιο θεµελιώδες θέµα της ενοχής και της υπευθυνότητας, και στο πώς το έβλεπαν οι αρχαίοι Έλληνες. Στα Ηθικά Νικοµάχεια ο Αριστοτέλης αναφέρει συνοπτικά ότι η «συγγνώµη» –η συνηθέστερη αρχαία ελληνική λέξη για την «συγχώρεση» µε την νεότερη έννοια– αρµόζει για τους ανθρώπους που ενεργούν είτε υπό εξωτερικό καταναγκασµό είτε λόγω συγχωρητέας άγνοιας των γεγονότων ή των περιστάσεων (1109b18-1111a2). Ο Αριστοτέλης ξεκινά παρατηρώντας: «τῆς ἀρετῆς δὴ περὶ πάθη τε καὶ πράξεις οὔσης, καὶ ἐπὶ µὲν τοῖς ἑκουσίοις ἐπαίνων καὶ ψόγων γινοµένων, ἐπὶ δὲ τοῖς ἀκουσίοις συγγνώµης, ἐνίοτε δὲ καὶ ἐλέου, τὸ ἑκούσιον καὶ τὸ ἀκούσιον ἀναγκαῖον ἴσως διορίσαι τοῖς περὶ ἀρετῆς ἐπισκοποῦσι» (1109b30-34), για να προσθέσει αµέσως: «δοκεῖ δὴ ἀκούσια εἶναι τὰ βίᾳ ἢ δι᾽ ἄγνοιαν γινόµενα». Όταν όµως οι άνθρωποι ενεργούν από φόβο, όπως όταν ένας τύραννος που έχει εξουσία πάνω στους γονείς και τα παιδιά τους τούς διατάζει να διαπράξουν κάτι «αἰσχρόν», τότε είναι αµφίβολο αν η πράξη τους είναι εκούσια ή όχι. Ο Αριστοτέλης λέει εν προκειµένω: «µικταὶ µὲν οὖν εἰσιν αἱ τοιαῦται πράξεις, ἐοίκασι δὲ µᾶλλον ἑκουσίοις» (1110a11-12).

Η αριστοτέλεια ανάλυση της ακούσιας πράξης σε περίπτωση άγνοιας έχει επίσης διαβαθµίσεις. Οι αδικίες που γίνονται όταν κάποιος είναι µεθυσµένος ή θυµωµένος γίνονται κατά µία έννοια εν αγνοία, αλλά δεν είναι γνήσια ακούσιες. Ο Αριστοτέλης διασαφηνίζει ότι αυτό που κάνει µια πράξη ακούσια είναι η άγνοια των συγκεκριµένων περιστάσεων, και σε τέτοιες καταστάσεις εγείρονται το «ἔλεος» και η «συγγνώµη» (1110b33-1111a2). Φέρ’ ειπείν, θα µπορούσε κανείς να περάσει κατά λάθος τον γιο του για εχθρό ή να κτυπήσει κάποιον µε ένα φονικό όπλο, το οποίο είχε λόγους να θεωρεί ακίνδυνο: σε αυτές τις περιπτώσεις η φυσιολογική κατάληξη είναι η λύπη της µεταµέλειας.

Το σηµαντικότερο όλων για το θέµα µας είναι ότι η αντίληψη του Αριστοτέλη περί συγγνώµης δεν πληροί τις ελάχιστες προϋποθέσεις της συγχώρεσης όπως αναφέρθηκαν προηγουµένως. ∆ιότι, αφήνοντας κατά µέρος τις έννοιες της εξοµολόγησης, των τύψεων και της µετάνοιας, µε τις οποίες δεν ασχολείται ο Αριστοτέλης, η πράξη που επιφέρει την συγγνώµη προσδιορίζεται ως ακούσια µε την πιο αυστηρή και στενή έννοια του όρου. Αλλά οι αληθινά ακούσιες πράξεις δεν θεωρούνται αδικήµατα. Ο Οιδίπους το τονίζει αυτό στην τραγωδία του Σοφοκλή Οιδίπους επί Κολωνώ, όπου, απαντώντας στις κατηγορίες του Κρέοντα, επιµένει ότι δολοφόνησε τον πατέρα του και παντρεύτηκε την µητέρα του χωρίς να το θέλει («ἄκων», 964). Εφόσον o Οιδίπους δεν ήξερε τι είχε κάνει ή σε ποιον, δεν µπορεί κανείς ορθώς να καταδικάσει µια πράξη που, ακριβώς λόγω άγνοιας, ήταν ακούσια (976-77, 983, 986-87). Εάν αυτό ισχύει, και εφόσον δεν συγχωρούµε ανθρώπους οι οποίοι είναι αθώοι, τότε ο όρος «συγγνώµη» στα Ηθικά Νικοµάχεια δεν σηµαίνει «συγχώρεση». Το νόηµα της συγγνώµης πρέπει να είναι ότι µια επιζήµια ή ανάρµοστη πράξη που έγινε ακούσια είναι συγγνωστή και κατανοητή, και δεν εκλαµβάνεται ως αδικία για την οποία ο δράστης είναι υπεύθυνος.

Lucas Cranach Β΄, Ο Ιησούς και η µοιχαλίδα, µετά το 1532, λάδι σε χαλκό, λεπτοµέρεια

Την άποψη αυτή, µάλιστα, δεν την υποστήριζε µόνον ο Αριστοτέλης. Μεταγενέστεροι θεωρητικοί της ρητορικής είχαν την ίδια αντίληψη. Μία από τις βασικές τεχνικές για την αποποίηση της ευθύνης µιας πράξης, χάριν της «συγγνώµης», ονοµαζόταν «µετάστασις»: πρόκειται για το τέχνασµα της µετάθεσης της ευθύνης σε κάποιον άλλον εµπλεκόµενο, είτε στον κατήγορο είτε σε κάποιον –ή και κάτι– άλλο. Με αυτόν τον τρόπο διακήρυσσε κάποιος την αθωότητά του. Το σηµείο ως προς το οποίο διέφεραν µεταξύ τους οι θεωρητικοί της ρητορικής ήταν ότι µερικοί αναγνώριζαν µόνον εξωτερικούς παράγοντες, όπως καταιγίδες και βασανιστήρια, ως λόγους για απόδοση συγγνώµης, ενώ άλλοι δέχονταν και εσωτερικούς παράγοντες, όπως η µέθη, τα πάθη ή η παραφροσύνη. Αυτού του είδους οι δικαιολογίες, όµως, δεν έχουν καµία σχέση µε την συγχώρεση για ένα οµολογηµένο λάθος, αλλά µάλλον αποτελούν έναν τρόπο άρνησης ή αποφυγής της ευθύνης µιας πράξης, η οποία αποδίδεται σε περιστάσεις επί των οποίων δεν υπάρχει έλεγχος.

Μετά την εξέταση όλων των χρήσεων της συγγνώµης και των συναφών όρων στην αρχαία ελληνική λογοτεχνία, κατέληξα στο συµπέρασµα ότι ο Αριστοτέλης και οι ειδικοί της ρητορικής είχαν δίκιο: αυτό που συνήθως ερµηνεύεται ως «συγχώρεση» είναι καλύτερο να εκλαµβάνεται ως «απαλλαγή», δηλαδή ως αναγνώριση ότι η άλλη πλευρά δεν ευθύνεται στην πραγµατικότητα για το εν λόγω αδίκηµα.

Ας σταθούµε για λίγο σε µια περίφηµη υπόθεση, την οποία έχουν χρησιµοποιήσει αρκετοί µελετητές για να δείξουν ότι στα οµηρικά έπη δεν υπήρχε πλήρως ανεπτυγµένο το αίσθηµα της ηθικής ευθύνης. Πρόκειται για την σκηνή στην Ιλιάδα όπου ο Αγαµέµνων δικαιολογεί τον εαυτό του για το γεγονός ότι προκάλεσε την µήνιν του Αχιλλέα στην αρχή της διαµάχης τους: «ἐγὼ δ᾽ οὐκ αἴτιός εἰµι, ἀλλὰ Ζεὺς καὶ Μοῖρα καὶ ἠεροφοῖτις Ἐρινύς, οἵ τέ µοι εἰν ἀγορῇ φρεσὶν ἔµβαλον ἄγριον ἄτην, ἤµατι τῷ ὅτ᾽ Ἀχιλλῆος γέρας αὐτὸς ἀπηύρων. ἀλλὰ τί κεν ῥέξαιµι» (Τ΄  86-90). Αφού µιλήσει διεξοδικά για την «ἄτην», ο Αγαµέµνων καταλήγει: «ἀλλ᾽ ἐπεὶ ἀασάµην καί µευ φρένας ἐξέλετο Ζεύς, ἂψ ἐθέλω ἀρέσαι, δόµεναί τ᾽ ἀπερείσι᾽ ἄποινα· ἀλλ᾽ ὄρσευ πόλεµονδε καὶ ἄλλους ὄρνυθι λαούς. δῶρα δ᾽ ἐγὼν ὅδε πάντα παρασχέµεν ὅσσά τοι ἐλθὼν» (137-40). Τα λόγια αυτά δεν αποτελούν απόδειξη ότι ο Όµηρος στερείτο της έννοιας της προσωπικής ευθύνης. Εντέλει, διά στόµατος Ποσειδώνα, υπάρχει µια σαφής δήλωση περί ευθύνης του Αγαµέµνονα. Θα καταλάβουµε γιατί µεταθέτει την ευθύνη στον ∆ία και την «ἄτην» εάν εξετάσουµε το επεισόδιο υπό το πρίσµα των αρχαίων φιλοσόφων και ειδικών της ρητορικής. Αποδίδοντας το λάθος του σε θεόσταλτο παροξυσµό µανίας, ο Αγαµέµνων επιµένει ότι το αδίκηµά του κατά του Αχιλλέα ήταν ακούσιο, άρα συγγνωστό. Αν κανείς δεν µπορεί να αντισταθεί στην θέληση του ∆ία, τότε αυτό που έκανε ο Αγαµέµνων ήταν κατανοητό και άρα δικαιολογηµένο. Τούτο δεν τον απαλλάσσει, στην ίδια του την σκέψη, από την υποχρέωση να επανορθώσει έναντι του Αχιλλέα: από την άποψη αυτήν, παραδέχεται τον ρόλο του στην πρόκληση της φιλονικίας. Μολονότι ο όρος δεν εµφανίζεται εδώ, αυτό που αναζητά ο Αγαµέµνων είναι η συγγνώµη, και όχι η συγχώρεση µε την νεότερη έννοια. Το πλεονέκτηµα της συγκεκριµένης ερµηνείας για τον τρόπο µε τον οποίο ο Αγαµέµνων δικαιολογεί τον εαυτό του είναι ότι συνάδει µε τις αρχαιοελληνικές αντιλήψεις περί συµφιλίωσης και ότι δεν εισάγει ιδέες περί µετάνοιας και τύψεων ξένες προς το έπος – και γενικότερα προς την αρχαία ελληνική ηθική σκέψη.          

Υπάρχει ένα τραγικό παράδειγµα συµφιλίωσης µεταξύ γονέα και παιδιού στον Ιππόλυτο του Ευριπίδη. Η συγγνώµη στηρίζεται, ακόµη µια φορά, στην µετάθεση της ευθύνης: εν προκειµένω, σε µια θεά που έδρασε και η ίδια υπό την επήρεια της οργής, οπότε και η δική της πράξη είναι συγγνωστή σε κάποιο βαθµό. Σε µιαν άκρως συγκινητική τελική σκηνή, ο Ιππόλυτος «λύει» την έχθρα προς τον πατέρα του αφού του το ζητά η αγαπηµένη του θεά. Και πάλι, η βάση της συµφιλίωσης είναι η άρνηση της ενοχής, όχι η συγχώρεση ενός επιλήψιµου παραπτώµατος.

Pompeo Batoni, Η επιστροφή του Ασώτου Υιού, 1773, λάδι σε καµβά, λεπτοµέρεια

Μπορεί οι αρχαίοι Έλληνες να µην προσέφευγαν στην συγχώρεση αλλά είχαν άλλους τρόπους για να τακτοποιούν τους λογαριασµούς τους µε κάποιον που αδίκησαν. Ο Αριστοτέλης αναφέρει κάποιους από αυτούς τους τρόπους, πραγµατευόµενος τα συναισθήµατα στην Ρητορική, αµέσως µετά την ανάλυση της οργής. Ορίζει την οργή ως αντίδραση σε προσβολή και εξηγεί ότι, εφόσον η προσβολή είναι εκούσια πράξη, η οργή µας θα υποχωρήσει εάν πειστούµε ότι δεν συνέβη στην πραγµατικότητα καµία προσβολή ή ότι έγινε ακούσια. Και προσθέτει: «σηµεῖον δὲ ἐπὶ τῆς τῶν οἰκετῶν κολάσεως: τοὺς µὲν γὰρ ἀντιλέγοντας καὶ ἀρνουµένους µᾶλλον κολάζοµεν, πρὸς δὲ τοὺς ὁµολογοῦντας δικαίως κολάζεσθαι παυόµεθα θυµούµενοι» (1380a16-18). Η οµολογία από την πλευρά του σκλάβου είναι απλώς ένδειξη σεβασµού προς τον κύριο. ∆εν τίθεται θέµα γνήσιων τύψεων ή ηθικής µεταµόρφωσης εδώ. Ο Αριστοτέλης συνεχίζει υποστηρίζοντας: «ὧν γοῦν πολὺ καταφρονοῦµεν, οὐκ αἰσχυνόµεθα. καὶ τοῖς ταπεινουµένοις πρὸς αὐτοὺς καὶ µὴ ἀντιλέγουσιν: φαίνονται γὰρ ὁµολογεῖν ἥττους εἶναι, οἱ δ᾽ ἥττους φοβοῦνται, φοβούµενος δὲ οὐδεὶς ὀλιγωρεῖ» (1380a21-23). Τίποτε δεν απέχει περισσότερο από την χριστιανική εντολή να νιώθουµε τύψεις για τις αµαρτίες µας και να στεκόµαστε ταπεινοί µπροστά στον Θεό.

Πού λοιπόν γεννήθηκε η ιδέα της συγχώρεσης, µε τις συγγενικές πρακτικές της εξοµολόγησης, των τύψεων και της µετάνοιας; Σηµαντικό βήµα προς την κατεύθυνση αυτήν έγινε στην εβραϊκή και την χριστιανική παράδοση – µε τον βασικό περιορισµό, όµως, που σηµείωσα στην αρχή αυτού του δοκιµίου: στην Αγία Γραφή ο µετανοών δεν απευθύνεται σε κάποιο άλλο ανθρώπινο ον, αλλά στον Θεό. Εποµένως, δεν πρόκειται για την ανθρώπινη συγχώρεση, που αποτελεί το θέµα µας εδώ, αλλά για θεία συγχώρεση. Χωρίς να υπεισέλθω σε λεπτοµέρειες, θα αναφερθώ σε δύο περίφηµα χωρία της Καινής ∆ιαθήκης, τα οποία µπορούν να διασαφηνίσουν αυτή την διαφορά. Στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, µιλώντας για την εκ θαύµατος θεραπεία του παραλυτικού (9: 2-6), ο Ιησούς δεν ισχυρίζεται ότι η «συγχώρεση», η «άφεση» αµαρτιών, εµπίπτει στις αρµοδιότητες των απλών ανθρώπων· αποδεικνύει µάλλον την ορθότητα του ισχυρισµού του ότι είναι υιός του Θεού, και ως εκ τούτου, έχει την εξουσία να δρα επί της γης για λογαριασµό του πατρός του.

Το γνωστότερο ίσως χωρίο περί συγχώρεσης προέρχεται από την Κυριακή Προσευχή. Στην δεύτερη εκδοχή της Προσευχής, στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, διαβάζουµε: «καὶ ἄφες ἡµῖν τὰς ἁµαρτίας ἡµῶν· καὶ γὰρ αὐτοὶ ἀφίεµεν παντὶ τῷ ὀφείλοντι ἡµῖν» (11:4). Ο Θεός συγχωρεί αµαρτίες· οι άνθρωποι συγχωρούν οφειλέτες, χαρίζουν χρέη. Η δυνατότητα αυτή για τα ανθρώπινα όντα σηµαίνει ότι διαγράφουν απλώς ένα χρέος, χωρίς να υπεισέρχεται εν προκειµένω η στάση του οφειλέτη, πολύ δε λιγότερο οι τύψεις ή η µετάνοια. Αυτό που δεν µπορούµε να κάνουµε είναι να συγχωρήσουµε την αµαρτία ενός άλλου ατόµου: αυτό είναι προνόµιο του Θεού, του Υιού του Θεού ή των εκπροσώπων Του επί της γης.

Πιστεύω πως ο παράγοντας που εµπόδισε την ανάπτυξη ενός δόγµατος διαπροσωπικής συγχώρεσης στην χριστιανική παράδοση ήταν η ιδέα ότι η συγχώρεση ανήκει στην ιδιαίτερη δικαιοδοσία του Θεού: θα αποτελούσε ύψιστη αλαζονεία να απαιτούµε από ένα άλλο ανθρώπινο ον να µετανοεί ενώπιόν µας. Η νεότερη αντίληψη περί διαπροσωπικής συγχώρεσης, επιµένοντας ότι ο ένοχος πρέπει να εκφράζει µετάνοια και να δεσµεύεται ότι θα αλλάξει συµπεριφορά, µπορεί να ερµηνευθεί ως εκκοσµίκευση της εβραϊκής και της χριστιανικής ιδέας περί θείας συγχώρεσης. Πρόκειται, αναµφίβολα, για σηµαντική πρακτική και προσδοκία στον νεότερο κόσµο. Αν όµως οι αρχαίοι Έλληνες τα κατάφερναν και χωρίς αυτήν, όπως ελπίζω να έδειξα, ίσως θα έπρεπε να επανεξετάσουµε και την δική µας στάση απέναντι στην συγχώρεση και να αναρωτηθούµε αν πρόκειται, πάντοτε και σε όλες τις περιπτώσεις, για αρετή και ηθική επιταγή.

38-43