Διάλεξη
ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΑΩ - ΤΕΥΧΟΣ 52 - ΙΟΥΝΙΟΣ 2011 ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΕΥΧΟΣ 52 ΙΟΥΝΙΟΣ 2011
περιεχόμενα τεύχους επικοινωνήστε μαζί μας !
Η ∆ύση συναντά το Βυζάντιο
Απρόσµενες συνέπειες
της Συνόδου Φερράρας- Φλωρεντίας
(1438-1439)

Της Judith Herrin,
οµότιµης Καθηγήτριας και
ανώτερης ερευνητικής
εταίρου Βυζαντινολογίας
στο Κολέγιο King's
του Λονδίνου

Απόδοση και επιµέλεια:
Σπύρος Β. Αρώνης,
πτυχιούχος Θεολογίας,
ιστορικός

Μία από τις πολλές προσπάθειες να διορθωθούν θρησκευτικά σχίσµατα και να δοµηθούν ισχυρότερες εκκλησιαστικές και πολιτικές σχέσεις µεταξύ Ανατολής και ∆ύσης –προσπάθειες που συνεχίζονται µέχρι σήµερα– υπήρξε και η Σύνοδος Φερράρας-Φλωρεντίας, η οποία συγκλήθηκε στην ιταλική πόλη Φερράρα το 1438 και ολοκληρώθηκε στην Φλωρεντία, το 1439.

Το ιστορικό υπόβαθρο της Συνόδου έγκειται στις έντονες πνευµατικές επαφές Ανατολής και ∆ύσης: στην ∆ύση, και δη στην Φλωρεντία, ο Εµµανουήλ Χρυσολωράς, διδάσκοντας την ελληνική γλώσσα και τους αρχαίους κλασικούς συγγραφείς, µετέφερε στην Ιταλία τον τεράστιο θησαυρό της αρχαίας ελληνικής φιλολογίας, ιστορίας και ποίησης. Στην Ανατολή, Βυζαντινοί όπως ο Βησσαρίων, επίσκοπος Νικαίας, µέγας υποστηρικτής της Ένωσης των δύο Εκκλησιών και µετέπειτα καρδινάλιος της Ρωµαιοκαθολικής Εκκλησίας, ο Γεώργιος Χρυσοκόκκης και ο Ιωάννης Χορτασµένος δίδαξαν υποδειγµατικά τα ελληνικά σε πλήθος µαθητών τους από την ∆ύση και τους ενέπνευσαν να αναζητήσουν χειρόγραφα έργων αρχαίων Ελλήνων και χριστιανών συγγραφέων.

Σε άµεση συνάφεια µε αυτά, δεν έλειψαν και οι συζητήσεις για την  Ένωση των δύο Εκκλησιών. Έτσι, ο Πάπας Μαρτίνος Ε΄ συγκάλεσε µια µεγάλη σύνοδο στην Βασιλεία της Ελβετίας, µε κληρικούς εκπροσώπους από όλη την Ευρώπη. Σε αυτή την δύσκολη για το Βυζάντιο ιστορική συγκυρία, ο Αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος πίστεψε ότι θα µπορούσε να διαπραγµατευτεί µια συµφωνία, η οποία θα συνέδεε την Ένωση των δύο Εκκλησιών µε µια νέα Σταυροφορία από τους ∆υτικούς εναντίον της πιεστικής τουρκικής απειλής κατά της Αυτοκρατορίας του. Καθώς πληροφορήθηκε ότι ο Πάπας και όλη η Σύνοδος προσέφεραν οικονοµική κάλυψη για να µεταβεί µια επίσηµη ορθόδοξη αντιπροσωπεία και να συµµετάσχει στην Σύνοδο, ζήτησε από τον Πατριάρχη, Ιωσήφ Β΄, να ενηµερώσει γραπτώς όλους τους ορθοδόξους, ακόµη και τους πολύ αποµακρυσµένους γεωγραφικά, στην Τραπεζούντα, την Γεωργία, την Ρωσία και την Μολδοβλαχία, προκειµένου η Σύνοδος να χαρακτηριστεί Οικουµενική.

Benozzo Gozzoli, Cavalcata dei Re Magi, 1459-60, τοιχογραφία (Ανάκτορο Medici-Riccardi, Φλωρεντία)

Τελικά, ο Αυτοκράτορας και η πρωτοφανής αριθµητικά ορθόδοξη αντιπροσωπεία των 700 κληρικών και Βυζαντινών αξιωµατούχων έφτασε διά θαλάσσης στην Φερράρα στις αρχές του 1438, έπειτα από πολύµηνο και περιπετειώδες ταξίδι. Εξαιτίας, κυρίως, του δαπανηρού κόστους της διαµονής, η αντιπροσωπεία µεταφέρθηκε στην Φλωρεντία, µε οικονοµική κάλυψη από τους Μεδίκους. Οι µεταφραστές των αντιπροσωπειών ανέλαβαν εξαρχής πρωταγωνιστικό ρόλο. Έλληνες όπως ο Γεώργιος Τραπεζούντιος από την Κρήτη, καθώς και ο Θεόδωρος Γαζής και ο Νικόλαος Σεκουνδίνος από την βενετική Εύβοια, συνέβαλαν στην αποφυγή δογµατικών λαθών ή παρανοήσεων, ενώ Λατίνοι µεταφραστές όπως ο Ambrogio Traversari εκτιµήθηκαν πολύ για την λατινική τους µετάφραση ελληνικών κειµένων.

Ο φηµισµένος φιλόσοφος-ανθρω-πιστής Γεώργιος Γεµιστός ή Πλήθων συνέβαλε πρωτίστως στις συζητήσεις για το µεγάλο δογµατικό ζήτηµα του Filioque, τονίζοντας ότι, στις ιστορικές πηγές, η πολύκροτη ρήση «καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ» («Filio-que») δεν ήταν αποτέλεσµα απόφασης της Ζ΄ Οικουµενικής Συνόδου το 787.  Για τον λόγο αυτόν δυσκόλεψαν πολύ και όλες οι µεταγενέστερες δογµατικές συζητήσεις Ανατολικής και ∆υτικής Εκκλησίας, που κατέληξαν στο Μέγα Σχίσµα του 1054, αλλά και αργότερα. Έπειτα από την µακρόχρονη διεξαγωγή των συνοδικών εργασιών και την «τελετή της Ένωσης», οι αντιπροσωπείες υπέγραψαν το σχετικό «∆ιάταγµα της Ένωσης», εκτός από έναν: τον Μάρκο τον Ευγενικό, επίσκοπο Εφέσου και, αργότερα, άγιο της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας.

Η Σύνοδος συνέχισε τις εργασίες της και µετά την αναχώρηση της ορθόδοξης αντιπροσωπείας για την Κωνσταντινούπολη, ζητώντας εγγράφως υποστήριξη για τον σκοπό της  Ένωσης. Μακρινές ορθόδοξες κοινότητες ανταποκρίθηκαν, προσήλθαν στην Φλωρεντία και υπέγραψαν το σχετικό ∆ιάταγµα, µεταξύ 1439 και 1441.

Η προσπάθεια προσέγγισης των µακρινών, γεωγραφικά, ορθοδόξων από την Σύνοδο µας οδηγεί σε κάποιες απρόσµενες συνέπειες της Συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας. Πολλοί αντιπρόσωποι που ταξίδεψαν στην Φλωρεντία έφεραν µαζί τους ως δώρα στον Πάπα χειρόγραφα από την ορθόδοξη Ανατολή: αντίγραφα έργων του Ευσεβίου Καισαρείας, λειτουργικά χειρόγραφα στην κοπτική, την αιθιοπική και την αραβική γλώσσα, την συλλογή χειρογράφων του Ισιδώρου του Κιέβου, που ήταν γραµµένα στο αλφάβητο των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου (του 9ου αι. µ.Χ.) κ.ά.  Όλα αυτά τα χειρόγραφα-δώρα µαρτυρούν την οικουµενική απήχηση που είχε η Σύνοδος ως προς την Ένωση των δύο Εκκλησιών, ακόµη και µετά το επίσηµο τέλος των εργασιών της. (Για µια οπτική πρόσβαση σε όλα τα παραπάνω χειρόγραφα, βλ. www.loc.gov/exhibits/vatican/images).

Λεπτοµέρεια από την τοιχογραφία στην σελ. 32. Ο βασιλιάς απεικονίζεται µε τα χαρακτηριστικά του Αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγου

Αξιοσηµείωτη ως συνέπεια στάθηκε η έκβαση της Συνόδου. Αν και, φαινοµενικά, η επιτυχία της ήταν µεγάλη, εντούτοις ο σκοπός της –η Ένωση µεταξύ Ανατολικής και ∆υτικής Εκκλησίας – δεν επετεύχθη. Γιατί;

Το 1438, ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος προσέβλεπε στην Ένωση της Ορθόδοξης µε την Ρωµαιοκαθολική Εκκλησία για έναν στρατηγικό σκοπό: να προσελκύσει στρατιωτική βοήθεια από την ∆ύση, προκειµένου να σωθεί από τους Οθωµανούς η Βυζαντινή Αυτοκρατορία – ή µάλλον ό,τι είχε αποµείνει από αυτήν. Θα έπρεπε όµως να γνωρίζει ότι µια τέτοια Ένωση θα µεγάλωνε την εξουσία του Πάπα και θα ελάττωνε την εξουσία του Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης και, κατά φυσική συνέπεια, θα υπέτασσε την Ανατολική Εκκλησία στην δύναµη της Ρώµης.

Εντούτοις, οι πιθανές θεολογικές και εκκλησιολογικές συνέπειες δεν ήταν ο σηµαντικότερος παράγοντας αποτυχίας στην Φερράρα και την Φλωρεντία. Ο καθοριστικός παράγοντας ήταν η ίδια η αρνητική γνώµη και η καχυποψία όλου του απλού λαού της Κωνσταντινούπολης και του χαµηλότερου, ιεραρχικά, ορθόδοξου κλήρου και των µοναχών απέναντι στην ∆ύση, η οποία χρονολογείται δύο και πλέον αιώνες πρωτύτερα, στο 1204, έτος κατάληψης της Κωνσταντινούπολης από τους χριστιανούς Σταυροφόρους. Η ανάµνηση των τροµερών ιεροσυλιών, σφαγών και λεηλασιών από τους χριστιανούς αδελφούς Σταυροφόρους το 1204 και µέχρι το 1261 υπερίσχυσε πλήρως στην συνείδηση του βυζαντινού λαού.  Έτσι, δύο αιώνες αργότερα, την εποχή της Συνόδου, οι Λατίνοι δεν θεωρούνταν χριστιανοί, αλλά εχθροί και ξένοι, οι οποίοι κατέστρεψαν µεγάλο µέρος του ορθόδοξου «µωσαϊκού» της Πόλης, αλλά και του ίδιου του Βυζαντίου.

Γι’ αυτό και η οθωµανική νοµοθεσία µετά την Άλωση της Πόλης, που επέτρεψε την θρησκευτική ελευθερία των Ελλήνων υπηκόων, ευνόησε ακόµη περισσότερο το αντιλατινικό µίσος του βυζαντινού λαού και των ανώτερων κληρικών της Εκκλησίας, όπως συνοψίζεται στην γνωστή ρήση: «καλύτερα τουρκικό τουρµπάνι, παρά λατινική τιάρα». Φυσικά, αν οι δυτικές δυνάµεις είχαν σπεύσει τότε να απωθήσουν τους Οθωµανούς πολιορκητές, σεβόµενοι τους Βυζαντινούς ως συµµάχους, η ανωτέρω ρήση θα είχε τροποποιηθεί. Καθώς οι Οθωµανοί κύκλωναν, πια, την Πόλη, την άνοιξη του 1453, οι κάτοικοι της Βασιλεύουσας και ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος εναπόθεσαν την ζωή τους στα χέρια του Θεού, στην βοήθεια των Ιταλών κατοίκων της Πόλης και των µισθοφορικών δυνάµεων, για να πολεµήσουν και να πεθάνουν όλοι µαζί ηρωικά, το πρωινό της Άλωσης, την 29η Μαΐου 1453.

Παρά την τελική αποτυχία ως προς τον σκοπό της, η Σύνοδος είχε άλλες σηµαντικές θετικές προεκτάσεις. Αυξήθηκε πολύ το ενδιαφέρον για την λατινική µετάφραση και επιµέλεια πρώιµων ελληνικών χριστιανικών έργων, ενώ, έργα του Βαρλαάµ, του Νικόλαου Καβάσιλα και του Μεγάλου Φωτίου, Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης, µελετήθηκαν εκ νέου. Το έργο του Πλήθωνα ενθάρρυνε το ανθρωπιστικό ενδιαφέρον για τα πλατωνικά έργα και τις λατινικές τους µεταφράσεις. Τέλος, το ενδιαφέρον του Βησσαρίωνα για την επιστήµη και τα µαθηµατικά, ιδίως δε για τα θεωρήµατα του ∆ιόφαντου και τον Στράβωνα,  ενέπνευσε πολλούς φηµισµένους ανθρωπιστές, µελετητές και µαθηµατικούς. Όλα αυτά αναδεικνύουν τον πολυδιάστατο ρόλο που διαδραµάτισε η Σύνοδος Φερράρας-Φλωρεντίας. Αυτή η συνάντηση Ανατολής και ∆ύσης αποτελεί µια µνηµειώδη στιγµή στην ιστορία των Ανατολικών Σπουδών και φαίνεται να άγγιξε σχεδόν κάθε πολιτιστική προσπάθεια στην Ιταλία: από την Κλασική Φιλολογία µέχρι τα Μαθηµατικά και από την Φιλοσοφία µέχρι την Τέχνη.

32-35