Διάλεξη
ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΑΩ - ΤΕΥΧΟΣ 52 - ΙΟΥΝΙΟΣ 2011 ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΕΥΧΟΣ 52 ΙΟΥΝΙΟΣ 2011
περιεχόμενα τεύχους επικοινωνήστε μαζί μας !
Ο χορός στην εκπαίδευση:
Η ελληνική πραγµατικότητα

Της Κάτιας Σαβράµη,
χορολόγου, λέκτορος Θεωρίας
και Ιστορίας του Χoρού
στο Τµήµα Θεατρικών Σπουδών
του Πανεπιστηµίου Πατρών

Ένας από τους σηµαντικότερους προβληµατισµούς σχετικά µε την χορευτική εκπαίδευση στα τέλη του 20ού αιώνα ήταν η θέση του γνωστικού αντικειµένου της Τέχνης του Χορού στον γενικότερο χώρο της εκπαίδευσης. Αυτό είναι εύλογο, αφού µόλις την δεκαετία του 1970 ο χορός άρχισε να αποτελεί αυτοτελές αντικείµενο σπουδών και να καταλαµβάνει αξιόλογη θέση στον ακαδηµαϊκό χώρο της Ευρώπης και της Αµερικής. Σε σχολές και πανεπιστήµια όπως το New York University, το UCLA, το Bennington College, το Laban Centre, το London Contemporary Dance School, το University of Surrey κ.ά., οι Σπουδές Χορού έχουν πλέον οργανωθεί τόσο σε προπτυχιακό (Bachelor of Arts) όσο και σε µεταπτυχιακό επίπεδο πρώτου (Master of Arts, Master of Philosophy, Practice Research) και δεύτερου κύκλου (Doctorate of Philosophy in Dance Studies), µε θεωρητική ή πρακτική κατεύθυνση. Κατά τα χρόνια αυτά, η ακαδηµαϊκή έρευνα γύρω από την φύση του Χορού άνοιξε πολλαπλούς ορίζοντες, έτσι ώστε ο Χορός να αποτελέσει ανεξάρτητο γνωστικό πεδίο, µε διττή κατεύθυνση: αφενός την πράξη και αφετέρου την θεωρία.

Ο χορός δεν είναι απλώς µια µορφή κίνησης, αλλά µια (λιγότερο ή περισσότερο) δεξιοτεχνική κίνηση µε καλλιτεχνική αξία, δηλαδή µια µορφή τέχνης, που ως τέτοια έχει τους δικούς της κανόνες και, συνακόλουθα, αποτελεί αυτοτελές γνωστικό αντικείµενο. Η δηµιουργία, η εκτέλεση, η παράσταση και η αξιολόγηση αποτελούν τα ουσιώδη εκείνα στοιχεία που καθορίζουν την διδακτέα ύλη και την αµφίδροµη σχέση διδασκαλίας και εκµάθησης, ενώ, επιπλέον, οδηγούν στην καλλιτεχνική, αισθητική και πολιτιστική εκπαίδευση, ανάλογα και µε τις τάσεις της εκάστοτε εποχής.

Όταν µια καινούργια πρακτική έχει δοκιµαστεί και ελεγχθεί από δασκάλους και µαθητές, δηµιουργείται η ανάγκη να αναθεωρηθεί και να οροθετηθεί η αντίστοιχη διδακτέα ύλη, ώστε να αναπτυχθεί ως ένα νέο, πραγµατικά αξιόπιστο και σύγχρονο µοντέλο διδασκαλίας. Με αυτόν τον τρόπο, το νέο µοντέλο διδασκαλίας έχει την δυνατότητα να ενσωµατώνει και να προβάλλει τις νέες χορευτικές τάσεις της εποχής, να προετοιµάζει για την αντιµετώπιση των αναγκών του µέλλοντος και, συνεπώς, να επαναπροσδιορίζει την ταυτότητα του χορού. Παράλληλα, το συγκεκριµένο µοντέλο ενδυναµώνεται, δηµιουργώντας απαιτήσεις για καινούργιους τρόπους διδασκαλίας µαθηµάτων και βοηθηµάτων για τους δασκάλους, προκειµένου οι νέοι στόχοι, το περιεχόµενο, οι µεθοδολογίες και οι διαδικασίες αξιολόγησης να µπορέσουν να αναπτυχθούν και να εφαρµοστούν.

Αντίστοιχα, η εκπαίδευση σε ένα µάθηµα δηµιουργικό προϋποθέτει ότι ο δάσκαλος θα δηµιουργήσει το κατάλληλο περιβάλλον, δηλαδή θα εφοδιάσει τον µαθητή µε τις απαραίτητες γνώσεις, και παράλληλα θα αναπτύξει την ικανότητα του µαθητή, ώστε να µπορεί να πειραµατιστεί κινητικά και να εξερευνήσει πολλαπλές λύσεις για κάθε πρόβληµα, έτσι ώστε τελικά να µπορεί να επιλέξει µέσα από την διαδικασία κρίσης και απόφασης. Το αποτέλεσµα αυτής της διαδικασίας είναι η ανάδειξη της προσωπικής του έκφρασης διαµέσου µίας δοµής, που στηρίζει το καθαρό (ως προς την πρόθεση) περιεχόµενο.

Η ατοµική έκφραση που χρησιµοποιεί το σώµα ως µέσο αναπτύσσει την προσωπικότητα του ανθρώπου. Η έµφαση δίνεται στην φυσική, συναισθηµατική και κοινωνική διάσταση της προσωπικότητας, χρησιµοποιώντας την κίνηση ως µέσο επικοινωνίας. Απαιτεί, κατά συνέπεια, τόσο ατοµική, υποκειµενική και ενσυνείδητη αντίδραση, προσαρµοστικότητα, φαντασία και αυτοπεποίθηση όσο και συνεργασία στο πλαίσιο µιας οµάδας. Αυτό το µοντέλο εκπαίδευσης δίνει έµφαση στην διαδικασία, δηλαδή στην ανάπτυξη κριτικής σκέψης για την λύση προβληµάτων. Παράλληλα, η παρεχόµενη γνώση εξασκεί κιναισθητικά και τεχνικά το σώµα, το εκπαιδεύει σε διαφορετικά χορευτικά στυλ και παρέχει στον µαθητή γενικές γνώσεις για τον χορό και το θέατρο. Αυτό το µοντέλο εκπαίδευσης δίνει έµφαση στο αποτέλεσµα, δηλαδή στην ανάπτυξη, αφενός, της ικανότητας ερµηνείας του µαθητή και, αφετέρου, στην γνώση που του παρέχει και στις δυνατότητες εφαρµογής της στις συγκεκριµένες συνθήκες που διαµορφώνουν την χορευτική παράσταση.

Λεπτοµέρεια από την τοιχογραφία στην σελ. 32. Ο βασιλιάς απεικονίζεται µε τα χαρακτηριστικά του Αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγου

Εάν δεχτούµε λοιπόν την άποψη ότι, γενικά, ένα εκπαιδευτικό µοντέλο για τον χορό πρέπει να δίνει έµφαση τόσο στην διαδικασία όσο και στο αποτέλεσµα, θα πρέπει, υπό το θεωρητικό αυτό πρίσµα, να εξετάσουµε τον τρόπο που παρέχεται και την θέση που κατέχει στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστηµα η εκπαίδευση στον χορό. Εάν ανατρέξουµε πρώτα στην διδακτέα ύλη όπως καθορίζεται στο σχετικό φύλλο της Εφηµερίδας της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 1471/τεύχος B΄, 22 Νοεµβρίου 2002) για την δευτεροβάθµια εκπαίδευση στα ολοήµερα σχολεία, θα δούµε ότι έχει πράγµατι γίνει µια προσπάθεια από την πολιτεία να συµπεριλάβει τον χορό ως γνωστικό αντικείµενο στα σχολεία. Είναι όµως σηµαντικό να αναφερθεί εδώ ότι, εάν εξετάσουµε προσεκτικά τους νόµους που αναφέρονται στον χορό στα σχολεία, διαπιστώνουµε (α) ότι ο χορός δεν αποτελεί µέρος του ενεργού προγράµµατος του ολοήµερου σχολείου και άρα τίθεται εκτός της βαθµολόγησης των µαθητών και (β) ότι στερείται ακριβούς προσδιορισµού ως προς το περιεχόµενό του και την καλλιτεχνική αξιολόγησή του. Συνέπεια του τελευταίου είναι να ακολουθούνται ατύπως συµφωνηµένα κριτήρια. Ο χορός όµως, ως ανεξάρτητο γνωστικό αντικείµενο, εµπεριέχει την διαδικασία της δηµιουργίας, της παράστασης, της χορευτικής δεξιότητας, της ερµηνείας, της αξιολόγησης και, ως εκ τούτου, προϋποθέτει τους δικούς του διδακτικούς στόχους και αντικειµενικούς σκοπούς, καθώς και εξειδικευµένη και σαφώς προσδιορισµένη διδακτέα ύλη, διδακτικές µεθόδους και κριτήρια αξιολόγησης.

Η Ελλάδα δεν έχει ακόµη θεσµοθετήσει ένα πανεπιστηµιακό τµήµα χορού. Το υπάρχον εκπαιδευτικό πρόγραµµα Σπουδών Χορού λειτουργεί υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισµού και Τουρισµού (ΥΠΠΟΤ), µέσα από την Κρατική Σχολή Χορού, τις ανώτερες επαγγελµατικές σχολές χορού, την Σχολή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Τόσο οι εισαγωγικές εξετάσεις όσο και τα διπλώµατα καθηγητών Χορού ή χορευτών αξιολογούνται από επιτροπή που ορίζεται από το ΥΠΠΟΤ και δεν σχετίζεται µε το Υπουργείο Παιδείας. Τα βασικά αντικείµενα σπουδών είναι το Μπαλέτο, ο Σύγχρονος Χορός και η Ρυθµική. Τα άλλα αντικείµενα είναι πρακτικά και θεωρητικά (βλ. τα προγράµµατα σπουδών στα πανεπιστήµια του εξωτερικού), όπως η Χορογραφία, ο Αυτοσχεδιασµός, η Χορολογία, η Μουσική, η Ιστορία του Χορού, η Φιλοσοφία της Εκπαίδευσης (µε έµφαση στον χορό), τα Παιδαγωγικά, η Ψυχολογία, η Ανατοµία, οι Παραδοσιακοί Χοροί, ο Οπτικός Σχεδιασµός, η Σκηνογραφία (σε σχέση µε τον χορό) κ.ά., τα οποία δεν είναι υποχρεωτικά στο πρόγραµµα σπουδών όλων των σχολών και η επιλογή τους εξαρτάται από τον εκάστοτε διευθυντή της κάθε σχολής.

Σε συνάρτηση µε τα προηγούµενα πρέπει να επισηµανθεί ένα ακόµη γεγονός που έχει εξίσου µεγάλη σηµασία και σοβαρές επιπτώσεις: κατά τις προσλήψεις καθηγητών που καλύπτουν το µάθηµα του Χορού στα ολοήµερα σχολεία προτιµώνται όχι καθηγητές Χορού, όπως θα ήταν αναµενόµενο (και αυτονόητο σε µιαν άλλη χώρα της ∆ύσης), αλλά καθηγητές Φυσικής Αγωγής, οι οποίοι δεν είναι καταρτισµένοι στο συγκεκριµένο αντικείµενο. Αυτό συµβαίνει, προφανώς, επειδή οι απόφοιτοι των ελληνικών επαγγελµατικών σχολών χορού λαµβάνουν αναγνωρισµένο από το ΥΠΠΟΤ δίπλωµα δασκάλου Χορού ή χορευτή κατόπιν τριετούς φοίτησης, το οποίο ωστόσο, έως το 2002, θεωρούνταν ισότιµο µε αυτό των ΤΕΙ, χωρίς αντιστοιχία ειδικότητας. Όταν τα ΤΕΙ αναβαθµίστηκαν και µπήκαν στην διαδικασία ισοτιµίας µε τα πανεπιστηµιακά ιδρύµατα της χώρας, ο Χορός έµεινε αδιαβάθµητος.

Σε αυτό το σηµείο, σκόπιµο είναι να γυρίσουµε µερικά χρόνια πίσω και, πιο συγκεκριµένα, στο συνέδριο που διοργάνωσε τον Οκτώβριο του 1991 η Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης µε τίτλο «Η επαγγελµατική χορευτική παιδεία στην Ελλάδα». Ο τότε γενικός γραµµατέας του Υπουργείου Πολιτισµού, Παναγιώτης Φωτέας, είχε χαρακτηριστικά δηλώσει: «Θα τολµούσα να πω ότι η καλλιτεχνική παιδεία και όλη η καλλιτεχνική εκπαίδευση χωλαίνουν στην Ελλάδα. ∆εν τα έχουµε προσέξει όσο θα έπρεπε. Αυτή την εποχή, προσπαθούµε {...} να δηµιουργήσουµε τις προϋποθέσεις ώστε πάνω στα θέµατα γενικά της παιδείας, της εκπαίδευσης και της καλλιτεχνίας να δηµιουργηθούν τα θεµέλια για την εξέλιξή τους. Χρειάζεται ένα καινούργιο νοµοθετικό πλαίσιο, χρειάζεται µια προσπάθεια να δούµε πώς θα αντιµετωπιστεί το επαγγελµατικό µέλλον, το καλλιτεχνικό και εκπαιδευτικό, των ανθρώπων που ασχολούνται µε τις τέχνες, και ειδικά στην προκειµένη περίπτωση µε τον χορό, και πάνω απ’ όλα να δώσουµε την αίσθηση ότι ο ελληνικός πολιτισµός είναι µέριµνα αυτού του χώρου που τον εγέννησε».

Οφείλουµε να σηµειώσουµε ότι οι δηλώσεις αυτές έγιναν πριν από δεκαεννέα και πλέον χρόνια. Από τότε η πολιτεία δεν έχει επισήµως λάβει άλλη θέση όσον αφορά την εκπαίδευση στον Χορό. ∆υστυχώς, µέχρι σήµερα, ο Χορός παραµένει αδιαβάθµητος, µε αµφίβολη επαγγελµατική αποκατάσταση για τους αποφοίτους των επαγγελµατικών σχολών και δίχως να έχει κατακτήσει ακόµη την θέση και τον σεβασµό που του ανήκουν στην κοινότητα των ελληνικών πανεπιστήµιων.

Παράλληλα µε την στάση του ΥΠΠΟΤ απέναντι στην επαγγελµατική εκπαίδευση στον Χορό, από το 2000 και µετά, η Κρατική Σχολή Χορού έχει υποβάλει επανειληµµένα τις προτάσεις της για ανωτατοποίηση, όπως και οι ανώτερες επαγγελµατικές σχολές χορού έχουν καταθέσει σχετικά υποµνήµατα, που αναδεικνύουν την ανάγκη ανωτατοποίησης του Χορού. Ας αναφερθεί, επί τη ευκαιρία, ότι το Υπουργείο Παιδείας έχει δηµιουργήσει τα τελευταία χρόνια και τον θεσµό των Πανελλήνιων Μαθητικών Καλλιτεχνικών Αγώνων Χορού, οι οποίοι διεξάγονται χωριστά για τα γυµνάσια και τα λύκεια και κατά τους οποίους απονέµονται βραβεία, ειδικές διακρίσεις και έπαινοι. Οι αγώνες αυτοί, που διεξάγονται κάθε χρόνο, αφορούν το Κλασικό Μπαλέτο, τον Σύγχρονο Χορό, το Καρακτέρ και τον Μοντέρνο Χορό.

Το ερώτηµα που τίθεται εν προκειµένω είναι σε ποιον βαθµό η σχολική εκπαίδευση στον Χορό όπως παρέχεται σήµερα, δηλαδή το συγκεκριµένο εκπαιδευτικό µοντέλο –το οποίο θα όφειλε γενικώς να δίνει ισότιµη έµφαση στην διαδικασία και στο αποτέλεσµα–, συνδέεται µε το επαγγελµατικό µοντέλο που προϋποτίθεται στους καλλιτεχνικούς αγώνες και εφαρµόζεται σήµερα στις επαγγελµατικές σχολές χορού.

Στην διεθνή βιβλιογραφία της εκπαίδευσης για τον χορό αναφέρονται τρία µοντέλα: το «εκπαιδευτικό», το «επαγγελµατικό» και ο συνδυασµός των δύο, δηλαδή το «ενδιάµεσο» µοντέλο. Εάν η Ελλάδα αποφασίσει να θεσµοθετήσει ένα ακαδηµαϊκό Τµήµα Χορού πρέπει να υιοθετήσει το «ενδιάµεσο» µοντέλο, το οποίο συνδυάζει το «εκπαιδευτικό» και το «επαγγελµατικό» µοντέλο, ώστε να δηµιουργήσει ένα ισορροπηµένο πρόγραµµα σπουδών. Αυτό το νέο πρόγραµµα σπουδών πρέπει να παραµείνει δυναµικό, δηλαδή να αφήνει το περιθώριο και την δυνατότητα συνεχούς αλλαγής και προσαρµογής στις σύγχρονες ανάγκες. Ασφαλώς, η πρακτική αυτή της προσαρµογής δεν συµβαδίζει εύκολα µε την άποψη ότι οι εκπαιδευτικοί θεσµοί πρέπει να διακρίνονται από σταθερότητα. Αποτελεί πολύ περισσότερο µια συνεχή πρόκληση στην ανάπτυξη της διδακτέας ύλης που αφορά τον Χορό σε όλες τις βαθµίδες της  εκπαίδευσης. Ο Elliot Eisner, πρόεδρος της ∆ιεθνούς  Ένωσης για την Τέχνη στην Εκπαίδευση, υποστηρίζει ότι η τέχνη πρέπει να στοχεύει «στην διερεύνηση των τρόπων µέσω των οποίων το άτοµο εκφράζει την εµπειρία του από τον κόσµο στον οποίο ζει και ταυτόχρονα στην ικανότητά του να αποκωδικοποιεί τα θέµατα-νοήµατα που µεταφέρουν οι διαφορετικοί τοµείς γνώσεων µέσω των οποίων µεταδίδεται η ανθρώπινη εµπειρία». 1

Το Υπουργείο Πολιτισµού έχει ανακοινώσει επανειληµµένα την δηµιουργία Ακαδηµίας Τεχνών (Μουσικής, Χορού και Θεάτρου). Η σκέψη που έχει επικρατήσει είναι η Ακαδηµία αυτή να αποτελέσει µία ακόµη αδιαβάθµητη σχολή για τον Χορό και τις άλλες τέχνες, όπως παραµένουν µέχρι σήµερα η Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης, το σχολείο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και οι λοιπές ελληνικές επαγγελµατικές σχολές χορού. Αποτελεί όµως ένας τέτοιος σχεδιασµός σοβαρή πρόταση για την καλλιτεχνική εκπαίδευση στο πλαίσιο της τριτοβάθµιας εκπαίδευσης της χώρας µας; Μπορεί να καλλιεργηθεί, πιο συγκεκριµένα, ο Χορός κατά τρόπο ικανοποιητικό σε πρακτικό αλλά και θεωρητικό επίπεδο µέσω του προβλεπόµενου εκπαιδευτικού σχεδιασµού; Τα όσα έχουν ήδη αναφερθεί µας οδηγούν σε µια κατηγορηµατικά αρνητική απάντηση. Η λύση θα πρέπει να αναζητηθεί –µε βάση τις σύγχρονες αντιλήψεις για την καλλιτεχνική εκπαίδευση αλλά και, συγχρόνως, µε πνεύµα ρεαλισµού– σε ήδη δοκιµασµένους εκπαιδευτικούς θεσµούς στην Ελλάδα. Στον νου έρχεται αυθόρµητα η Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, η οποία λειτουργεί µε αξιοπρόσεκτα (και δη, ενίοτε, πολύ σηµαντικά) αποτελέσµατα επί δεκαετίες στην Ελλάδα. Σε µια πρώτη φάση, ίσως να ήταν ενδεδειγµένο, ή και επιβεβληµένο λόγω συνθηκών, να ενταχθεί οργανικά στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών ένα ανεξάρτητο Τµήµα Χορού. Πόσο όµως πιο ελκυστική θα ήταν, αλήθεια, µια πρόταση που θα προέβλεπε µια Ανώτατη Σχολή η οποία θα θεράπευε τις προαναφερθείσες τέχνες κατά τα πρότυπα ακριβώς της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών;

Ολοκληρώνοντας, επισηµαίνουµε την καίρια συµβολή του Ιδρύµατος Ωνάση, το οποίο υποστηρίζει τον Χορό εδώ και χρόνια µέσω των υποτροφιών του, των διεθνών ηµερίδων και συνεδρίων που έχει διοργανώσει ή χρηµατοδοτήσει (βλ. ΑΩ 48), καθώς και θέτοντας υπό την αιγίδα του το νέο διεθνές επιστηµονικό περιοδικό για τον χορό Choros: International Dance Journal (www.chorosjournal.com).

1 Η τέχνη του χορού σήµερα, Πρακτικά Συνεδρίου: Εκπαίδευση, Παραγωγή, Παράσταση (Αθήνα, 9 και 10 Νοεµβρίου 2002), Αθήνα: Σύνδεσµος Υπότροφων Κοινωφελούς Ιδρύµατος Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης, 2003, σελ. 45.

36-41