Διάλεξη
ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΑΩ - ΤΕΥΧΟΣ 48 - ΙΟΥΝΙΟΣ 2010 ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΕΥΧΟΣ 48 ΙΟΥΝΙΟΣ 2010
περιεχόμενα τεύχους επικοινωνήστε μαζί μας !
Ο ελληνικός πολιτισμός στην όαση
Ντάκλα της Αιγύπτου

Του Roger Bagnall,
διευθυντή του Ινστιτούτου
για την Μελέτη του
Αρχαίου Κόσµου (I.S.A.W.)
στο Πανεπιστήµιο
της Νέας Υόρκης

Στα βάθη της ερήµου της δυτικής Αιγύπτου, σε απόσταση 850 χιλιοµέτρων από το Κάιρο, βρίσκεται η «Μεγάλη Όαση», όπως ήταν γνωστή κατά την αρχαιότητα. Την τελευταία τριακονταετία, το δυτικό τµήµα αυτής της περιοχής, η («εσωτερική») όαση Ντάκλα, αποτελεί αντικείµενο ερευνών και ανασκαφών. Λόγω της αποµακρυσµένης θέσης της, η µετάβαση και οι µεταφορές από και προς αυτή την περιοχή ήταν ανέκαθεν αρκετά δυσχερείς. Η περιοχή κατοικήθηκε ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους, λόγω του νερού που ανήλθε στην επιφάνεια δηµιουργώντας αρτεσιανά φρέατα. Εξερευνήθηκε και κατοικήθηκε από τους Αιγυπτίους κατά την διάρκεια της 4ης ∆υναστείας, υπό τον φαραώ Χουφού, τον περίφηµο Χέοπα, ο οποίος και ανέγειρε την Μεγάλη Πυραµίδα. Κατά την ρωµαϊκή περίοδο, η όαση Ντάκλα γνώρισε εντυπωσιακή ανάπτυξη τόσο σε οικονοµικό όσο και σε πληθυσµιακό επίπεδο, κυρίως λόγω της ζήτησης που υπήρχε για το ελαιόλαδο και το βαµβάκι της.

Τα τελευταία επτά χρόνια, διευθύνω τις αρχαιολογικές ανασκαφές στην θέση Amheida (η οποία ήταν παλαιότερα γνωστή ως Τριµίθις), στο δυτικό τµήµα της όασης. Καθώς η περιοχή δεν κατοικήθηκε ξανά στους µεταγενέστερους χρόνους, έχουµε σήµερα την σπάνια δυνατότητα να µελετήσουµε καθ’ ολοκληρίαν µια αιγυπτιακή ελληνορωµαϊκή πόλη. Η συγκεκριµένη πόλη εκτείνεται σε ένα υψίπεδο που αναπτύσσεται γύρω από τους πρόποδες ενός λόφου.

Οι ανασκαφές ξεκίνησαν από µία κατοικία 225 τετραγωνικών µέτρων, κτίσµα της ύστερης ρωµαϊκής περιόδου, στο κέντρο του ευρύτερου αρχαιολογικού χώρου. Τα νοµίσµατα που ήλθαν στο φως αποκάλυψαν ότι η κατοικία κτίστηκε τον 4ο αιώνα, πιθανότατα περί το 335-340, και υπέστη εκτεταµένη ανακαίνιση γύρω στο 350. Τα ίδια νοµίσµατα φανέρωσαν επίσης ότι η κατοικία έπαψε να χρησιµοποιείται κατά τα µέσα ή τα τέλη της δεκαετίας του 360. Αν και η Τριµίθις εξακολουθούσε τότε να αποτελεί το κέντρο µιας ακµάζουσας περιοχής, οι χρονολογικές ενδείξεις των νοµισµάτων που βρέθηκαν δεν υπερβαίνουν την δεκαετία του 380.

Στην κατοικία βρέθηκαν εκατοντάδες όστρακα (ενεπίγραφα πήλινα θραύσµατα) που χρονολογούνται στην ίδια περίοδο και µας επιτρέπουν να κατανοήσουµε την οικονοµική και κοινωνική θέση των ιδιοκτητών τους. Χαρακτηριστικές είναι οι πολυάριθµες µικροσκοπικές «ετικέτες», µήκους 2-3 εκατοστών στη µία πλευρά τους, οι οποίες ενσωµατώνονταν στα πήλινα πώµατα των αγγείων για το κρασί. Σε αυτές αναγράφονται το όνοµα του φρέατος, το όνοµα ενός προσώπου και µία ηµεροµηνία. Άλλα γραπτά τεκµήρια µαρτυρούν ότι, κατά την τελευταία της περίοδο, η κατοικία ανήκε σε µια οικογένεια της οποίας ο αρχηγός, ονόµατι Σερήνος, συµµετείχε στο συµβούλιο της πόλης. Ο Σερήνος δεν ήταν απλώς εύπορος, αλλά ασχολείτο και µε την διαχείριση της περιουσίας άλλων.

Το ενδιαφέρον συγκεντρώνει, κατά κύριο λόγο, η κεντρική, τοιχογραφηµένη αίθουσα της κατοικίας, µερικές από τις παραστάσεις της οποίας σώζονται αυτούσιες στην αρχική θέση τους, ενώ άλλες διατηρούνται µόνο πάνω σε κοµµάτια τοίχων που έχουν καταρρεύσει. Στις παραστάσεις αυτές συγκαταλέγεται µία απεικόνιση του Άρη και της Αφροδίτης, οι οποίοι συλλαµβάνονται κατά την πράξη της µοιχείας, παρακολουθούµενοι από µια οµάδα θεών και µια φιγούρα που αντιπροσωπεύει την Πόλιν. Περιλαµβάνονται επίσης απεικονίσεις της Ευρύκλειας, η οποία πλένει τα πόδια του Οδυσσέα αµέσως µετά την επιστροφή του στην Ιθάκη· του Περσέα και της Ανδροµέδας· του Ορφέα την στιγµή που γοητεύει τα ζώα· ενός σατύρου που κυνηγά µια διόλου απρόθυµη µαινάδα· της Ευρώπης και του ταύρου. Στα δεξιά της σκηνής µε τον Άρη και την Αφροδίτη ήταν ενδεχοµένως ζωγραφισµένη η Κρίση του Πάρη. Κάτω από τις εικόνες αυτές αναπτύσσονται σχεδιαστικά µοτίβα, τα οποία πιθανώς υποδηλώνουν την ύπαρξη λιθοδοµής.

Τρεις από τις τέσσερεις αίθουσες κατά µήκος της δυτικής πλευράς της κατοικίας είχαν ζωγραφικό διάκοσµο. Η βορινή αίθουσα διέθετε πορφυρόχρωµα πλαίσια, διακοσµηµένα µε πουλιά, καθώς και µε τα ονόµατα διαφόρων Ελλήνων θεών. Στην νότια πλευρά υπήρχαν αίθουσες µε γεωµετρικό και φυτικό διάκοσµο, η µία µε πράσινο χρώµα, η άλλη µε κόκκινο. Βρέθηκαν, επίσης, σε άλλη κατοικία, θραύσµατα ελληνικών ποιηµάτων στην επική διάλεκτο.

Στην βορινή πλευρά της κατοικίας υπάρχουν αποθηκευτικοί χώροι και εργαστήρια, τα οποία αρχικά θεωρήσαµε ότι ήταν περιορισµένου ενδιαφέροντος. Κάναµε λάθος, όµως. Τα παλαιότερα επίπεδα ανήκουν σε ρωµαϊκά λουτρά που ήταν κτισµένα σε αυτό το σηµείο και είχαν κατεδαφιστεί προτού ανεγερθεί η κατοικία. Την βορειοδυτική γωνία καταλαµβάνει µια ορθογώνια αίθουσα, στον έναν τοίχο της οποίας υπάρχουν ερυθρόχρωµες επιγραφές, ενώ, στο κάτω µέρος του αντικρινού τοίχου, απλώνεται ένας πέτρινος πάγκος. Με σύγχρονους όρους θα παροµοιάζαµε τον πρώτο τοίχο µε τον πίνακα ενός δασκάλου. Τα όσα γράφτηκαν πάνω του αποτελούσαν, δίχως άλλο, παραδείγµατα του δασκάλου προς τους µαθητές του, ελληνικά ελεγειακά δίστιχα, γραµµένα µε µέγιστη προσοχή και συνοδευόµενα επιµελώς από τόνους, πνεύµατα, µακρά και άνω τελείες. Τα ποιήµατα απευθύνονται από τον δάσκαλο προς τους µαθητές του, ενίοτε µε σαφείς επικεφαλίδες, όπως παῖδες και σχολαστικοὶ. Οι µαθητές παροτρύνονται να πιούν από την πηγή των Μουσών, να µιµηθούν τους άθλους του Ηρακλή και να ακολουθήσουν τον Ερµή, τον θεό της ρητορικής. Η ανακάλυψη ότι σε αυτή την αποµακρυσµένη πόλη διδασκόταν η έµµετρη ρητορική σύνθεση αποτελεί γεγονός εξαιρετικά µεγάλης σηµασίας για την ιστορία της αρχαίας ελληνικής παιδείας.

Οι ανακαλύψεις όµως δεν σταµατούν εδώ. Συνεχίζοντας τις ανασκαφές µας προς τα βόρεια, ανακαλύψαµε κάτι που αρχικά έµοιαζε µε έναν µεγάλο χώρο µε πολυάριθµες αίθουσες, οι οποίες χρησιµοποιούνταν για κάποιου είδους επεξεργασία αγροτικών προϊόντων. Αποδείχθηκε όµως ότι ο χώρος αυτός αποτελούσε προσαρµογή προηγούµενου κτίσµατος, το οποίο είχε κατασκευαστεί ταυτόχρονα µε την προαναφερθείσα κατοικία, καθώς και ότι περιείχε τουλάχιστον δύο ακόµη αίθουσες διδασκαλίας, µε τους ίδιους χαρακτηριστικούς πάγκους κατά µήκος των πλευρικών τοίχων. Πάνω σε έναν τοίχο βρέθηκε γραµµένο ένα απόσπασµα από την ραψωδία δ της Οδύσσειας, στο οποίο η Ελένη παρασκευάζει ένα φίλτρο για να κάνει τον Τηλέµαχο και την συνοδεία του να ξεχάσουν την θλίψη τους. Σε υψηλότερο σηµείο βρέθηκε ένα άλλο απόσπασµα, πολύ φθαρµένο, το οποίο αποτελεί προφανώς ένα ανέκδοτο που σχετίζεται µε κάποιο πρόσωπο από έργο του Πλουτάρχου.

Στον λόφο πίσω από αυτή την έπαυλη υπήρχε ο Ναός του Θωθ, του θεού µε µορφή µπαµπουίνου, ο οποίος ήταν το αντίστοιχο του Ερµή των Ελλήνων. Το κτίσµα αυτό ήταν αµιγώς αιγυπτιακό. Αν και ο ναός έχει καταστραφεί πλήρως, οι ανασκαφές µας έφεραν στο φως εκατοντάδες ογκόλιθους µε διακοσµητικές παραστάσεις ή επιγραφές. Ακόµη και εδώ είναι σαφείς οι ελληνικές πολιτισµικές νύξεις. Πάνω σε έναν ογκόλιθο κάποιος είχε γράψει: «ἀνθρώπων βιότοιο κυβερνήτης µέγας Ἄµµων». Πάνω σε έναν άλλον, που αρχικά χρησίµευε µάλλον ως βάθρο αγάλµατος, ήταν γραµµένο ένα κοµψό ειδωλολατρικό εξάµετρο. Επάνω σε αυτή την επιγραφή διακρίνονται αµυδρά ίχνη µίας άλλης επιγραφής, µε πολύ µικρότερα στοιχεία. Πιστεύω ότι γράφει «ΕΤΕ ΠΝΟΥΤΕ» («δηλαδή, ο Θεός») και ότι προέρχεται από κοπτικό σχόλιο το οποίο προβάλλει την ιδέα ότι κυβερνήτης της ζωής είναι ο Θεός των χριστιανών, και όχι ο Άµµων.

Τοιχογραφίες, ένα σχολείο όπου διδάσκονταν έργα του Οµήρου και του Πλουτάρχου, ρητορικοί στίχοι, ποιητικά θραύσµατα  (από την µη ανεσκαµµένη κατοικία), το γραπτό σχόλιο για τον Άµµωνα: όλα µαρτυρούν ότι η φιλολογική παιδεία και ιδιαίτερα η αγάπη για την ποίηση της ύστερης αρχαιότητας βρίσκονταν σε πλήρη άνθηση σε αυτή την εσχατιά της Ρωµαϊκής Αυτοκρατορίας.

52-55