Βιβλιοπαρουσίαση
ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΑΩ - ΤΕΥΧΟΣ 48 - ΙΟΥΝΙΟΣ 2010 ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΕΥΧΟΣ 48 ΙΟΥΝΙΟΣ 2010
περιεχόμενα τεύχους επικοινωνήστε μαζί μας !

Ι.Μ. Κωνσταντάκος,
Ακίχαρος – Η ∆ιήγηση
του Αχικάρ στην αρχαία Ελλάδα,
τόµ. Α΄: Γένεση και
αφηγηµατικό υλικό,
σελ. 334
ISBN: 960-269-207-3,
τόµ. Β΄: Από τον ∆ηµόκριτο
στους Περιπατητικούς,
σελ. 425
ISBN: 960-269-208-1,
Αθήνα: εκδ. «στιγµή», 2008.

Της Ελένης Κονδύλη-Μπασούκου,
αραβολόγου, αναπληρώτριας καθηγήτριας
Πανεπιστηµίου Αθηνών

Επιµέλεια: Τιτίκα Καραβία

Τιλ Μπαρσίτ (Τελ Αχµάρ), γραφείς επί τω έργω (8ος αι. π.Χ.), τοιχογραφία
Ακίχαρος:
ένα βιβλίο που πρέπει
να διαβαστεί

Πολύ πριν από την εποχή των τηλεπικοινωνιών, ή καν του σιδηροδρόµου, του αυτοκινήτου και του αεροπλάνου, υπήρχαν «διεθνή βιβλία» που καταρράκωναν τις έννοιες απόσταση, πόλεµος, διαφορετικότητα στην θρησκεία χάρις στην αξία που οι άνθρωποι της εποχής τους αναγνώριζαν στα έργα αυτά. Εντυπωσιακή η αντίθεση µε τους σηµερινούς ανθρώπους, που, παρά τις διαδικτυακές ταχύτητες επικοινωνίας και την συστηµατική εκµάθηση ξένων γλωσσών, αρχαίων ή νέων, αγνοούν πολύ περισσότερο τις πολιτισµικές σχέσεις και τις συγγένειες µεταξύ ανθρώπων οι οποίοι ανέκαθεν, από ό,τι φαίνεται, ήταν σε επαφή. Γνωρίζουν καλύτερα τα των πολέµων και των διχασµών, και πολύ λιγότερο τα κείµενα που ταξίδεψαν και ένωσαν τους ανθρώπους µε πανανθρώπινες αξίες. Σηµείο των καιρών; Η συζήτηση ανοίγει ξανά µε το βιβλίο του Ιωάννη Μ. Κωνσταντάκου Ακίχαρος: Η ∆ιήγηση του Αχικάρ στην αρχαία Ελλάδα.

Σε χρόνους τόσο µακρινούς όσο η εποχή του Αχικάρ, οι άνθρωποι διάβαζαν, άκουγαν ή πληροφορούνταν πολλά για έργα µακρινά. Η γνώση τους ήταν αληθινή και ουσιαστική: το γλωσσικό επίπεδο στα µεταφρασµένα έργα, που είναι συνήθως εξαιρετικό, αποδεικνύει την ουσιαστική γνώση που οδηγούσε στην µετάφραση. Ας αναρωτηθούµε σήµερα γιατί δεν γνωρίζουµε παρά ελάχιστα έργα λογοτεχνίας γειτονικών µας περιοχών, όχι απλώς του Ιράν ή του Αφγανιστάν, µα ακόµη και της Αιγύπτου. Κατά την εποχή της αρχαιότητας, αλλά και κατά τους µεσαιωνικούς χρόνους, υπήρχε µεγαλύτερη πολιτισµική σχέση από ό,τι σήµερα. Ας αναρωτηθούµε, λοιπόν, γιατί. Η απορία όσο και οι απαντητικές δυνατότητες µάς βάζουν σε σκέψεις. Είναι ενδιαφέρον να υπενθυµίσουµε εδώ ότι η γραφή δεν είναι ο µόνος τρόπος κατάθεσης της γνώσης. Η προφορικότητα, µε τις δικές της εξειδικευµένες τεχνικές ως µεθόδους αρχειοθέτησης της µνήµης και της πληροφορίας, δρούσε κατά τον δικό της πανοραµικό τρόπο: αυτή ήταν που άνοιγε το ενδιαφέρον των ανθρώπων προς την απαθανάτιση ενός έργου µέσω της γραφής. Έτσι, αντιγραφή, µετάφραση ή σύνταξη µερικές φορές είναι έννοιες που µπερδεύονται µεταξύ τους, ακόµη και από πλευράς λεξιλογίου.

Η ∆ιήγηση του Αχικάρ άνθησε σχεδόν σε όλες τις γλώσσες και τους πολιτισµούς της αρχαιότητας. Το όνοµα Αχικάρ ή Ακίχαρος (Αχιάχαρος, Αχίαρος) φανερώνει στις παραλλαγές του την ζωντάνια των σχέσεων των διαφόρων πολιτισµών που συγχρωτίζονταν στην µεσογαία, η οποία άρχεται από την ινδική ή περσική θάλασσα και καταλήγει στην θάλασσα της Μεσογείου. Η αραµαϊκή, η εβραϊκή, η ελληνική, η αιγυπτιακή, η αραβική, η συριακή, η ιρανική και άλλες γραµµατείες έχουν δεχθεί στους κόλπους τους και την βιογραφία και την σοφή διδασκαλία του Αχίκαρου ή Ακίχαρου.

Σύντοµη παρουσίαση της ∆ιήγησης του Αχικάρ
― Ο Αχικάρ είναι σοφός σύµβουλος του βασιλιά των Ασσυρίων.
― ∆εν έχει παιδιά και υιοθετεί τον ανιψιό του (ας θυµίσουµε εδώ ότι το όνοµα Αχικάρ µπορεί να σηµαίνει «αγαπηµένος αδελφός»). Το µοτίβο του ανιψιού είναι ένα µοτίβο που αναδείχθηκε κλασικό κυρίως κατά τους µεσαιωνικούς χρόνους (και ίσως να είναι ένδειξη αιµοµεικτικού προβληµατισµού).
― Με την σοφία που κατέχει, ο Αχικάρ βοηθά τον βασιλιά …λύνοντας γρίφους! Η νίκη, όπως και η κατεργασία των νόµων, βασίζεται στην δύναµη της σκέψης και όχι στην εξουσιαστική στάση και την βία· συµβολίζεται µε την λύση γρίφων, η οποία έχει οικονοµικά οφέλη. Η λύση γρίφων, ήτοι η νίκη σε νοητικό επίπεδο, είναι ένα µεγάλο άνοιγµα στην νοµοθετική, ηθική, διδακτική και µυστική λογοτεχνία.
― Ο ανιψιός αποδεικνύεται αγνώµων: διαβάλλει τον Αχικάρ, ο βασιλιάς τον καταδικάζει σε θάνατο, όµως ο πιστός σύµβουλος του βασιλιά δεν υπακούει στην διαταγή άδικου φόνου, ψεύδεται στον βασιλιά, κρύβει και σώζει τον Αχικάρ. Πρόκειται επίσης για αφηγηµατικό µοτίβο.
― Αργότερα, ο βασιλιάς µετανιώνει, καταλαβαίνει το λάθος του και χαίρεται όταν ο Αχικάρ επανέρχεται για να τον βοηθήσει µε την σοφία του. Και αυτό είναι επίσης ένα µοτίβο αφήγησης.

Ο σοφός Αχικάρ διδάσκει µε µια σειρά γνωµικών τον αγνώµονα ανιψιό και τον κάθε αγνώµονα, ενώ επίσης διδάσκει και τα του ηθικού βίου σε όποιον τον ακούει, και δη στον βασιλιά, εφόσον χάρις στον Αχικάρ ο βασιλιάς επιλύει τους γρίφους των άλλων βασιλέων και χαίρει της εκτίµησής τους.

Στην περιοχή της Εγγύς Ανατολής, συχνά το έργο ενός µεγάλου ανθρώπου προκαλεί το «ενδιαφέρον» για τον συγγραφέα του, που στην συνέχεια γίνεται ο ίδιος αντικείµενο συγγραφής.1 Το διττό σχήµα «ζωή-διδασκαλία» είναι κατά κάποιον τρόπο ο εγκιβωτισµός και η διείσδυση του πεζού από τον ποιητικό λόγο, η ενορχήστρωση µιας µορφής στίχου η οποία δρα ως µνηµοτεχνική µέθοδος και αντικατοπτρίζει την έννοια της διδασκαλίας (επιτρέπει την αποστήθιση χάρις στο σχήµα της). Στην ∆ιήγηση του Αχικάρ, όµως, ο Αχικάρ αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο τις περιπέτειες της ζωής του.

Αν, λοιπόν, όλη η βιογραφία αποτελείται από αφηγηµατικά µοτίβα, τότε δεν µπορούµε να είµαστε καθόλου σίγουροι για την ύπαρξη του Ακίχαρου και αναρωτιόµαστε αν η βιογραφία του δεν είναι ένας τρόπος να αιτιολογηθούν και, έτσι, να συγκρατηθούν ευκολότερα τα γνωµικά.

Το έργο Ακίχαρος: Η ∆ιήγηση του Αχικάρ στην αρχαία Ελλάδα του Ιωάννη Μ. Κωνσταντάκου συνεισφέρει ουσιαστικά στην γνώση του έργου. Συγχρόνως, όµως, η µελέτη αυτή εντείνει το ενδιαφέρον προς ένα ερευνητικό κενό σχετικά µε την γνώση των έργων που επηρέασαν την ελληνική σκέψη και λογοτεχνία.

Το έργο, ήδη βραβευµένο από την Ακαδηµία Αθηνών (2009), φέρει τους υπότιτλους Γένεση και Αφηγηµατικό Υλικό (τόµ. Α΄) και Από τον ∆ηµόκριτο στους Περιπατητικούς (τόµ. Β΄). ∆ιατρέχεται στο σύνολό του από µια κοινή δοµή στον πρώτο και τον δεύτερο τόµο, η οποία χωρίζει την µελέτη σε τρία µέρη: το Α΄ Μέρος αφορά την προέλευση, το περιεχόµενο και την δοµή της ∆ιήγησης του Αχικάρ (τόµ. Α΄, σελ. 19-62)· το Β΄ Μέρος αφορά το αφηγηµατικό υλικό της ∆ιήγησης (τόµ. Α΄, σελ. 65-243)· το Γ΄ Μέρος φέρει τον τίτλο του Β΄ τόµου, «Από τον ∆ηµόκριτο στους Περιπατητικούς».

Για να είναι χρηστικές, οι συντοµογραφίες επαναλαµβάνονται ή συµπληρώνονται και στους δύο τόµους, όπως και η βιβλιογραφία (τόµ Α΄, σελ. 271-288· τόµ. Β΄, σελ. 325-349). Πολύτιµα και εξαιρετικά καλοφτιαγµένα είναι τα ξεχωριστά ευρετήρια (τόµ. Α΄, σελ. 289-318· τόµ. Β΄, σελ. 351-401) κύριων ονοµάτων (Α), κειµένων και χωρίων (Β), πραγµάτων, θεµάτων και µοτίβων (Γ).

Θα πρέπει και εγώ να υπογραµµίσω πως η ποιότητα του βιβλίου ευχαριστεί τους βιβλιόφιλους ―«στιγµή», γαρ―  χάρις στην παρουσίαση, την επιµέλεια και τον µόχθο του Αιµίλιου Καλιακάτσου.

Συζητώντας την δοµή της ∆ιήγησης στο πρώτο µέρος της µελέτης του, ο συγγραφέας διερωτάται πώς γινόταν η σύνδεση µεταξύ της βιογραφίας και των διδαχών του Αχικάρ. Η αναφορά ονοµάτων και τίτλων µέσα στην βιογραφία, το επίπεδο της γλώσσας που φαίνεται να διαφέρει κάπως ανάµεσα στην βιογραφία και τις διδαχές είναι επιχειρήµατα που οδηγούν στην σκέψη ότι πρώτα εµφανίστηκαν οι διδαχές και αργότερα η βιογραφία. Η ιδέα αυτή µάς βρίσκει σύµφωνους, κυρίως όταν διαπιστώνουµε, όπως προαναφέραµε, ότι η βιογραφία περιέχει τόσα αφηγηµατικά µοτίβα που την καθιστούν σχεδόν «κοινό τόπο», και όχι πρωτότυπη βιογραφία. Η συζήτηση της γλώσσας του κειµένου και η παράδοσή του σε τόσες παραλλαγές και γλωσσικές σφαίρες φανερώνει ότι θα ήταν και εδώ, όπως και στο Στεφανίτη και Ιχνηλάτη, ή και στις Χίλιες και Μία Νύχτες, πολύ ενδιαφέρον να γίνει µια συγκριτική µελέτη των παραλλαγών/µεταφράσεων. Η συγκριτική µελέτη αυτών των έργων ως λεξικογραφική έρευνα στα κείµενα της κάθε γλώσσας θα προσέφερε στην γνώση όχι µόνο των έργων, αλλά και της εποχής και των κοινών ή διαφορετικών χαρακτηριστικών στον κάθε τόπο. Είναι σίγουρο ότι ανάµεσά τους θα βρίσκαµε στοιχεία κοινά και πολύ ενδιαφέροντα. Ιδού δύο παραδείγµατα σε σχέση µε τα δύο προαναφερθέντα κείµενα:

1. Αχικάρ: «ένας άνθρωπος που έχει ωραίο παράστηµα/συµπεριφορά και καλή καρδιά είναι σαν ισχυρή πόλη στης οποίας το µέσο υπάρχει νερό» (Α΄, σελ. 56, σηµ. 2).

Στεφανίτης και Ιχνηλάτης, έκδ. Sjoberg,  σελ. 185-186: «καὶ ὁ βασιλεύς τοιοῦτων περί αυτὸν εὐπόρων ὑπηκόων ἔοικεν ὕδατι πάνυ καθαρωτάτω και διειδεῖ κροκοδείλων πλήρει…»

2. Αχικάρ: στην βιογραφία του αναφέρεται πως ο υπεύθυνος για την εκτέλεση της καταδίκης του, τον κρύβει και µεταφέρει στον βασιλιά ότι τον εκτέλεσε.

Χίλιες και Μία Νύχτες: στο παραµύθι του Αµπού Κιρ και του Αµπού Σιρ συµβαίνει ακριβώς το ίδιο.

Στο δεύτερο µέρος της εργασίας, όπου ο συγγραφέας παρακολουθεί την διάδοση του αφηγηµατικού υλικού της ∆ιήγησης στην γεωγραφική και ιστορική ζώνη της Εγγύς Ανατολής, ήτοι α) τον αγώνα γρίφων µεταξύ δύο βασιλέων και β) την δυσµένεια και την αποκατάσταση ενός σοφού συµβούλου (θέµατα ευρέως διαδεδοµένα στις λογοτεχνικές παραδόσεις της Εγγύς και της Μέσης Ανατολής), αναδεικνύεται το ισχυρό πλέγµα που µετέφερε τα πολιτισµικά στοιχεία από τον έναν λαό στον άλλον, από την µία γλώσσα στην άλλη. Η µελέτη αυτών των ανταλλαγών είναι πολύτιµη για την γνώση και την ιστορία, άρα και για την αποτίµηση του παγκόσµιου ιστού του πολιτισµού.

Υιοθετώντας την οπτική γωνία του γνήσιου φιλολόγου ―ο Παντελής Μπουκάλας παροµοιάζει το έργο µε αστυνοµικό αφήγηµα―,  ο φιλόπονος πράγµατι συγγραφέας εκθέτει τα στοιχεία του κειµένου στο πλαίσιο της ιστορίας της εποχής τους. Έτσι, φωτίζει όχι µόνο το κείµενο, που είναι σχεδόν άγνωστο στο ελληνικό κοινό, αλλά και την εποχή, την κοινωνία, τα ιδεολογικά ρεύµατα που ωθούσαν, καλλιεργούσαν ή αποσιωπούσαν κάποια στοιχεία.

Η φιλολογία και η λογοτεχνία παραµένουν όντως τα κλειδιά και η επιστήµη των πηγών της ιστορίας, σχεδόν τόσο επιτακτικά όσο και η αρχαιολογία ή τα ιστορικά αρχεία. Μάλιστα, η λογοτεχνία είναι πιο ζωντανή και πιο πλούσια ως προς την πληροφόρηση για την εποχή της, εφόσον τα κείµενα που φέρουν αυτή την «ετικέτα» είναι πιο ελεύθερα ―καθότι συχνά και πιο «συµβολοποιηµένα»― ώστε να αναδείξουν προβλήµατα και θέµατα που απασχολούσαν τους ανθρώπους της εποχής κατά την οποία δηµιουργήθηκαν, αλλοιώθηκαν ή κυκλοφόρησαν κ.λπ. Με αυτόν τον τρόπο, το υπό εξέταση είδος µελέτης, προσφέρει συγχρόνως σε πολλούς τοµείς τροφή για σκέψη, έρευνα και ανακαλύψεις.

Σε διάφορα έργα, µερικές φορές στην θέση του συµβούλου του βασιλιά που κατηγορείται αδίκως, βρίσκουµε το ίδιο το τέκνο του βασιλιά (π.χ. Συντίπας). Το θέµα, λοιπόν, του ανιψιού που είναι αγνώµων προς τον ευεργέτη θείο, φέρνει στην επιφάνεια και το µοτίβο «ανιψιός εναντίον γιου», ήτοι αναδεικνύει την άρθρωση της στενότερης και της ευρύτερης οικογένειας, σε συνειρµό µε την άρθρωση της στενότερης ή της ευρύτερης άσκησης εξουσίας (από όλα τα σχήµατα και τα έργα αυτά προκύπτει το κοινό µοτίβο ότι µόνος του ο βασιλιάς δεν καταφέρνει να νικήσει ή, απλώς, κάνει λάθη [βλ. π.χ. Στεφανίτης και Ιχνηλάτης και, κυρίως, το ινδικό πρότυπό του, Παντσατάντρα]).

Στο Γ΄ µέρος του βιβλίου του Κωνσταντάκου (τόµ. Β΄) εξετάζονται οι έµµεσες πηγές στην ελληνική λογοτεχνία, «πριν να δούµε ποιος, πότε και γιατί την µετέφρασε» (Β΄, σελ. 21-22). Ο συγγραφέας διαπιστώνει και διατυπώνει θαυµάσια µε ποιον τρόπο η ∆ιήγηση σφράγισε µε την γνώση της διάφορα ελληνικά έργα, είτε όντως είχε µεταφραστεί είτε όχι. ∆ιαπιστώνεται ότι υπάρχουν κοινά αφηγηµατικά στοιχεία στην ζωή του Αχικάρ και στην Μυθιστορία του Αισώπου, στους Όρνιθες του Αριστοφάνη κ.ά., όπως διαπιστώνεται επίσης ότι υπάρχουν διάσπαρτα αποσπάσµατα που µοιάζουν πολύ µε την διδασκαλία του Αχίκαρου σε γνωµολόγια και άλλα έργα ρητορικού και διδακτικού χαρακτήρα. Αυτό το δεύτερο στοιχείο µάς κάνει να πιστεύουµε ότι η ∆ιήγηση δρούσε προφορικά (εποµένως και αποσπασµατικά) επί πολύν καιρό.

Όπως και αργότερα οι Άραβες, έτσι και νωρίτερα οι Έλληνες, φαίνεται να δέχθηκαν, να αξιολόγησαν και στην συνέχεια να αξιοποίησαν κάθε τι που ο άνθρωπος δηµιούργησε για την ανάπτυξή του πάνω στην γη όταν ήλθαν σε επαφή µε αυτό. Έτσι, λοιπόν, οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν τον Αχίκαρο, αλλά ακόµη µέχρι σήµερα δεν γνωρίζουµε ακριβώς τι σήµαινε, π.χ., ότι ο ∆ηµόκριτος «µετέφρασε» την Αχικάρου στήλη στην ελληνική. Όπως είναι πλέον γνωστό, ο Ασσύριος Αχίκαρος, που ενδεχοµένως δηµιουργήθηκε ως ακκαδικό κείµενο, επηρέασε την Μυθιστορία του Αισώπου µε τον ίδιο τρόπο που επηρέασε και τον βίο και την πολιτεία του Λουκµάν, Άραβα σοφού που µοιάζει µε τον Αίσωπο, ενώ συγχρόνως έχει προεκτάσεις και σχέσεις µε την Παλαιά ∆ιαθήκη. 2

Ο δεύτερος αυτός τόµος είναι ουσιαστικά το πεδίο όπου ο κλασικός φιλόλογος αναπτύσσει το ταλέντο του, αναδεικνύοντας µε ενδιαφέρον, σχεδόν χαρά (η οποία διαφαίνεται στην συζήτηση των πηγών), την αξιοζήλευτη γνώση που έχει της ελληνικής γραµµατείας.

Είναι κοινός τόπος να αναφέρουµε ότι περισσότερα είναι τα έργα που µεταφράστηκαν από τα ελληνικά σε άλλες γλώσσες της Εγγύς και της Μέσης Ανατολής και λιγότερα (ίσως) τα έργα που µεταφράστηκαν στα ελληνικά. Τα έργα αυτά έχουν συνεπώς ιδιαίτερη σηµασία και καλό είναι να µελετηθούν για να αποδείξουν την διεισδυτικότητα του κοινού πολιτιστικού πλέγµατος της Εγγύς Ανατολής κατά την αρχαιότητα και τους µεσαιωνικούς χρόνους. ∆ικαίως, λοΣιπόν, βραβεύθηκε η προσπάθεια του Ιωάννη Μ. Κωνσταντάκου, ο οποίος, ακολουθώντας το ταλέντο του δασκάλου του, Ι.-Θ. Παπαδηµητρίου, ασχολήθηκε µε τον Ακίχαρο.

Η υπόσχεση του Κωνσταντάκου ότι θα υπάρξει τέταρτο µέρος σε µελλοντικό τρίτο τόµο, µε αντικείµενο, µεταξύ άλλων, την διεξοδική µελέτη της σχέσης της Μυθιστορίας του Αισώπου µε την ∆ιήγηση του Αχικάρ (Α΄, σελ. 21), οφείλει να τηρηθεί, έστω και αν εµείς θεωρούµε ότι αυτός ο τρίτος τόµος θα ανήκει σε µια σειρά και θα είναι αυτοτελής σε σχέση µε το παρόν, επίσης αυτοτελές, έργο.

Τελειώνοντας και συνοψίζοντας σχετικά µε την γνώση και τους προβληµατισµούς που προσφέρει αυτό το βιβλίο, θα ήθελα να σταθώ και πάλι στο θέµα «µετάφραση». «Μετάφραση, απόδοση, διασκευή» (Β΄, σελ. 238) είναι θέµατα που  µπορεί να είναι πολύ παρόµοια και πολύ διαφορετικά: ο σεβασµός προς τον αρχαιότερο ενθαρρύνει την πιστή γραφή (αντιγραφή) σε σχέση µε το αρχαιότερο κείµενο, είτε σε µετάφραση είτε όχι. Από την άλλη µεριά, η αποµάκρυνση ανάµεσα στο κείµενο και τον συγγραφέα του, το ενδιαφέρον για τον συγγραφέα, που γίνεται ο ίδιος αντικείµενο και θέµα κειµένου, και το κείµενο, που γίνεται ζωντανή παράδοση την οποία κατέχει µε σεβασµό ο κάθε γνώστης και «αναγνώστης» της, ενθαρρύνουν, αφενός, τα ψευδεπίγραφα (σχεδόν από σεβασµό) και, αφετέρου, τον εµπλουτισµό και την προσπάθεια µεγαλύτερης οικειοποίησης του κειµένου και του θέµατός του. Η συζήτηση περί «σηµιτισµών» στις µεταφράσεις, όπως αναφέρεται από τον Blomqvist, δεν έχει σχεδόν νόηµα: από την εµπειρία µου στις µεταφράσεις µεσαιωνικών κειµένων, βλέπω ότι οι µεταφραστές ήξεραν να είναι πιστοί στην µετάφραση χωρίς να αλλοιώνουν την γλώσσα τους· ή γνώριζαν την γλώσσα τους καλύτερα από ό,τι την γνωρίζουν πολλοί από τους σηµερινούς ενασχολούµενους µε την µετάφραση· ή, τέλος, η εργασία τους βασιζόταν στην γνώση της προφορικότητας που είχε ήδη καταστήσει γνωστό και ενδιαφέρον το θέµα και το µεταφραζόµενο έργο. Πιστεύουµε δηλαδή πως η γνώση ως βάση της εργασίας ενέτασσε περισσότερο το κείµενο στον κοινωνικό κύκλο που αναλάµβανε την µετάφρασή του. Βάσει αυτής της προβληµατικής, είναι άκρως ενδιαφέρον και καλογραµµένο το θέµα των µεταφράσεων στον αρχαίο κόσµο (προς το τέλος του Β΄ τόµου).

Συγχρόνως, τίθεται κατά κάποιον τρόπο το θέµα της µετάφρασης και από πλευράς σύγχρονης έρευνας: πότε, αλήθεια, θα σπάσει ο κοινός τόπος αναζήτησης της ελληνικής γραµµατείας σε µετάφραση και θα διερευνηθεί, όπως εδώ, σε αυτό το βιβλίο, η λεγόµενη «ξένη» γραµµατεία που ενσωµατώθηκε στην ελληνική; Τούτο µπορεί να γίνει και σήµερα, χάρις στον µόχθο και την ταπεινοφροσύνη συναδέλφων όπως ο Ιωάννης Μ. Κωνσταντάκος. ∆ιαβάζοντας το βιβλίο αυτό, οι συνειρµοί σχετικά µε πολλά αραβικά κείµενα ήταν έντονοι.

Το θέµα των γνωµολογίων, στο οποίο αναφέρεται συχνά ο συγγραφέας, µιας και το ένα µέρος της ∆ιήγησης αποτελεί ένα είδος γνωµολογίου (η διδασκαλία του Αχικάρ), είναι πολύ σηµαντικό και, κατά την ταπεινή µας γνώµη, πολύ δύσκολο: η σχετική ανεξαρτησία από τα συµφραζόµενα επιτρέπει στην παράδοση τέτοιου είδους κειµένων µεγάλη ρευστότητα και απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή ―και ταλέντο― στην έρευνα του θέµατος. Είναι ίσως ένας δρόµος που θα πρέπει να διερευνηθεί εντελώς ξεχωριστά.

1 Το διττό αυτό σχήµα είναι γνωστό και στον µεσαιωνικό αραβικό κόσµο: στην προϊσλαµική ποίηση είναι γνωστά τα ποιήµατα του Άνταρ και, επίσης, πολύ διαδεδοµένη η Σίρατ Άνταρ, η µυθιστορία του. Έτσι είναι και το έργο Μαζνούν Λάιλα (Ο Τρελός της Λάιλα), το οποίο αφορά ―ενδεχοµένως!― την δραµατική ζωή του ποιητή, που τον οδήγησε στα όρια της τρέλας και τα βάθη του έρωτα, καθώς και τα ποιήµατά του (για περισσότερα, βλ. Ε. Κονδύλη-Μπασούκου, Εισαγωγή στη Λογοτεχνία των Αράβων, Αθήνα: εκδ. Ελληνικά Γράµµατα, 2001, σελ. 87, 137-139, 338).

2 F. Briquel-Chatonnet, «De l’Ahiqar araméen à l’Ahiqar syriaque: les voies de transmission d’un roman», στο Der Christliche Orient und seine Umwelt. Gesammelte Studien zu Ehren Jürgen Tubachs anläßlich seines 60. Geburtstags, επιµ. Sophia G. Vashalomidze και Lutz Greisiger (Studies in Oriental Religions 56), Wiesbaden, Harrassowitz, 2007, σελ. 51-57. Επίσης, Herbert Niehr, Aramäischer Ahiqar (Jüdische Schriften aus hellenistisch-römischer Zeit – Neue Folge,  Band 2 / Lieferung 2), Gütersloher Verlagshaus, 2007

56-62