Στρογγυλή Τράπεζα
ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΑΩ - ΤΕΥΧΟΣ 45 - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2009 ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΕΥΧΟΣ 45 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2009
περιεχόμενα τεύχους επικοινωνήστε μαζί μας !
Στρογγυλή Τράπεζα 3: Πολιτική και θεσµική συνοχή και συνεργασίες
Συνεδρίαση 3.2: Περιφερειακές και διαπεριφερειακές διαδικασίες και πλαίσια διαλόγου

Jean-Pierre Cassarino,
European University Institute (E.U.I.), Φλωρεντία

ΕΝΑΣ ∆ΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΣΚΕΨΗΣ:
Η ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΣΤΙΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΕΣ ∆ΙΑ∆ΙΚΑΣΙΕΣ ∆ΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ

Αφετηρία του άρθρου αυτού αποτελεί η συνειδητοποίηση της ανάγκης για κριτική προσέγγιση, αφενός, του τρόπου µε τον οποίο οργανώνονται οι Περιφερειακές ∆ιαδικασίες ∆ιαβούλευσης (Regional Consultative Processes – R.C.P.) και, αφετέρου, της επίδρασης που ασκούν στην παραγωγή µιας µορφής «αυθεντικής γνώσης», όπως αυτή εκφράζεται στις διεθνείς συζητήσεις µε θέµα την διαχείριση της µετανάστευσης. Η κριτική αυτή προσέγγιση κρίνεται απαραίτητη για την εδραίωση µιας γνήσιας και ουσιώδους ανταλλαγής ιδεών ανάµεσα σε οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών, από την µια πλευρά, και διεθνείς οργανισµούς και κυβερνήσεις, από την άλλη.

Είναι πολυάριθµες οι R.C.P. που ασχολούνται µε την µετανάστευση, άµεσα ή έµµεσα, από τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Ίσως ως επακόλουθο του πολλαπλασιασµού τους, η συνάφεια και η επικάλυψη των πολιτικών τους αµφισβητούνται ολοένα και περισσότερο, εντείνοντας την ανάγκη για «αξιολόγηση των επιτευγµάτων και των επιδράσεων κάθε περιφερειακής διαδικασίας διαβούλευσης στους τοµείς της µετανάστευσης και της ανάπτυξης». Αυτή η αξιολόγηση θα πραγµατοποιηθεί παρά τον σκεπτικισµό που εξέφρασαν οι συµµετέχοντες στην διεθνή συνάντηση της Μπανγκόκ τον Ιούνιο του 2009 σχετικά µε το κατά πόσον είναι πράγµατι αναγκαία. Οι σκεπτικιστές υποστήριξαν ότι κάθε R.C.P. είναι µοναδική και δεν είναι εκ φύσεως δεσµευτική, δυσκολεύοντας µε τον τρόπο αυτόν την διαδικασία αξιολόγησης. Το επιχείρηµά τους µπορεί να έχει ψήγµατα αλήθειας. Ωστόσο, δεν υπάρχει καµία αµφιβολία ότι οι διαδικασίες αυτές έχουν δηµιουργήσει έως τώρα µεγάλες προσδοκίες σε όλους τους εµπλεκόµενους φορείς, τις κυβερνήσεις των χωρών προορισµού, διέλευσης και προέλευσης, καθώς και τους εκπροσώπους της Κοινωνίας των Πολιτών. Οι εν λόγω φορείς αναµένουν ότι οι R.C.P. θα συµβάλουν στην επίτευξη «των Αναπτυξιακών Στόχων της Χιλιετίας, της πλήρους απασχόλησης και της αξιοπρεπούς εργασίας» και ότι ο διακρατικός διάλογος και οι ανταλλαγές απόψεων θα ενθαρρύνουν τις κυριότερες χώρες προέλευσης, διέλευσης και προορισµού «να επικυρώσουν και να θέσουν σε εφαρµογή βασικές συνθήκες ανθρωπίνων δικαιωµάτων των Ηνωµένων Εθνών που προβλέπουν την ίση µεταχείριση και την προστασία των µεταναστών». Αυτές οι προσδοκίες αποτελούν µέρος των βασικών συστάσεων που διατυπώθηκαν στην διάσκεψη του Φόρουµ της Κοινωνίας των Πολιτών-G.F.M.D. το 2008 στην Μανίλα. Το ζήτηµα είναι να κατανοήσουµε αν, στην πραγµατικότητα, θα επιτευχθούν αυτές οι προσδοκίες. Αυτή η πρόκληση δεν µπορεί να παρακαµφθεί επειδή θα επηρεάσει τον αντίκτυπο και την αξιοπιστία των R.C.P. µακροπρόθεσµα.

Με γνώµονα ανάλογες µελέτες σε άλλα θέµατα πολιτικής, η παρούσα εισήγηση υποστηρίζει πως η ελευθερία της σκέψης των Οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών είναι απαραίτητη προκειµένου να υπάρξει αµφισβήτηση των παγιωµένων απόψεων. Ανάλογες εµπειρίες χρησιµοποιούνται για να δείξουν πως η ικανότητα των οργανώσεων αυτών να σκέφτονται ανατρεπτικά προσδιορίζει την δυνατότητά τους να διαδραµατίσουν έναν έγκυρο ρόλο και να προσφέρουν πραγµατικά εναλλακτικές προτάσεις.

Εντούτοις, τα στοιχεία αυτά δεν είναι αρκετά για να µετατρέψουν την απλή ανάµειξη των οργανώσεων αυτών σε αποφασιστική αλλαγή πολιτικής. Η γνώση δεν θα πρέπει να χρησιµοποιείται µόνο για να ενηµερώνει για τα γεγονότα και τις συνέπειές τους. Πρέπει παράλληλα να ενθαρρύνει την σκέψη και τον προβληµατισµό πέρα από προκαταλήψεις και κοινοτοπίες, αναδεικνύοντας τα αληθινά προβλήµατα και τις αντίστοιχες λύσεις τους.

Επιπλέον, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι υπάρχει συγκεκριµένος πρόσφορος χρόνος για την υιοθέτηση ειδικών παρεµβάσεων και για την ενηµέρωση των φορέων λήψης αποφάσεων. Προκειµένου να συντονιστούν µεταξύ τους οµοφρονούσες και αλληλοσυµπληρωµατικές οργανώσεις για να αναλάβουν συλλογική δράση, απαιτείται οµοφωνία και σωστή διαχείριση του χρόνου. Για να επιτευχθεί τούτο, οι οργανώσεις οφείλουν να υπερβούν το προσωπικό συµφέρον τους, ώστε να συµπράξουν µε άλλους παράγοντες µε κοινή αντίληψη, πράγµα που αποτελεί πρόκληση στο παρόν πλαίσιο αλληλεπίδρασης µε κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισµούς.

Προτάσεις:

  • ∆εν µπορούν όλες οι οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών να συγκεντρώσουν από κοινού τους πόρους που διαθέτουν, έτσι ώστε να οργανωθούν για συλλογική δράση, δεδοµένου ότι οι πόροι αυτοί θα πρέπει να λειτουργούν συµπληρωµατικά. Ούτε µπορούν να υπερβούν το δικό τους συµφέρον για να οργανωθούν για συλλογική δράση, δεδοµένου ότι δεν υπάρχει ταύτιση απόψεων. Η συλλογική δράση βελτιστοποιείται όταν στηρίζεται σε έναν επιλεκτικό πυρήνα οµοϊδεατών.
  • Η γνώση δεν πρέπει µόνο να ενηµερώνει για γεγονότα και συνέπειες. Πρέπει, πρώτον, να αµφισβητεί κυρίαρχα σχήµατα ερµηνείας και, δεύτερον, να διδάσκει οπαδούς και αντιπάλους ότι υπάρχουν ρεαλιστικές εναλλακτικές λύσεις.
  • Η υποστηρικτική δουλειά και οι πρωτοβουλίες των Οργανώσεων της Κοινωνίας Πολιτών οφείλουν να απευθύνονται σε κάθε κρατικό παράγοντα ξεχωριστά και όχι σε οµάδες κρατών. Η εξατοµικευµένη αυτή προσέγγιση είναι σηµαντική όχι µόνο διότι επιτρέπει επιλεκτική υποστήριξη, αλλά και επειδή ενισχύει τις ad hoc εναλλακτικές προτάσεις.
30-31