Διάλεξη
ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΑΩ - ΤΕΥΧΟΣ 39 - ΜΑΡΤΙΟΣ 2008 ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΕΥΧΟΣ 39 ΜΑΡΤΙΟΣ 2008
περιεχόμενα τεύχους επικοινωνήστε μαζί μας !
Το τραγούδι
της πόλης
Σχόλια για την ιστορία
της διθυραμβικής ποίησης

Του Μπέρνχαρντ
Τσίμμερμαν

καθηγητή Κλασικής
Φιλολογίας
στο Πανεπιστήμιο
του Φράιμπουργκ

Μετάφραση-επιμέλεια:
Λήδα Μπουζάλη

Σε αντίθεση με την τραγωδία, την κωμωδία και το σατιρικό θέατρο, που ανέκαθεν βρίσκονταν στο επίκεντρο του φιλολογικού ενδιαφέροντος, ο διθύραμβος υπήρξε, τουλάχιστον έως πρόσφατα, ένα παραγνωρισμένο είδος της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, αν και είχε την ίδια ή και ακόμη μεγαλύτερη σημασία για την πολιτική ζωή της Αθήνας σε σχέση με τα είδη του αρχαίου δράματος.

Η πιθανότερη αιτία είναι ίσως ότι ελάχιστα αποσπάσματα έχουν διασωθεί από τον απίστευτα μεγάλο αριθμό διθυράμβων που γράφτηκαν μεταξύ του 7ου αι. π.Χ. και του 2ου αι. μ.Χ. Είναι ενδεικτικό ότι, κατά τον 5ο αι π.Χ., στα Μεγάλα Διονύσια, ακούγονταν και χορεύονταν περίπου δύο χιλιάδες διθύραμβοι. Επίσης, οι κύκλιοι χοροί, όπως ονομάζονταν οι διθύραμβοι στην Αθήνα, παρουσιάζονταν σε πολλές άλλες γιορτές της πόλης, μεταξύ των οποίων τα Προμήθεια και τα Ηφαίστεια.
Εάν δεν είχαμε τους παπύρους που περιέχουν αποσπάσματα από τα ποιήματα του Πινδάρου και του Βακχυλίδη, θα εξαρτώμαστε αποκλειστικά και μόνον από τους στίχους που παραθέτουν ο Αθηναίος και κάποιοι άλλοι μεταγενέστεροι συγγραφείς. Ωστόσο ―και τούτο αποτελεί παράδοξο της ιστορίας της λογοτεχνίας― η διθυραμβική ποίηση και το διθυραμβικό ύφος αποτελούν πολύ σημαντικές έννοιες στην εξέλιξη της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας μέχρι και την νεότερη εποχή. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι οι συγγραφείς και οι κριτικοί λογοτεχνίας χρησιμοποίησαν την έννοια του διθυράμβου κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα χωρίς να γνωρίζουν κανένα πραγματικό διθυραμβικό ποίημα.

Κατά την τελευταία δεκαετία, ο διθύραμβος αναδείχθηκε από σχεδόν άγνωστο σε πολυσυζητημένο θέμα της αρχαιοελληνικής φιλολογίας. Ένα απόσπασμα από έργο του Αρχίλοχου, των τελευταίων δεκαετιών του 7ου αι. π.Χ., αποτελεί την αρχαιότερη μαρτυρία για την ιστορία του διθυράμβου. Ο ποιητής αναγγέλλει με υπερηφάνεια ότι μπορεί να τραγουδήσει τον διθύραμβο:

«ὡς Διωνύσου ἄνακτος καλὸν ἐξάρξαι μέλος οἶδα διθύραμβον οἴνῳ συγκεραυνωθεὶς φρένας».

Το δίστιχο αυτό, το αρχαιότερο που περιέχει την λέξη «διθύραμβος», δίνει και τον ορισμό του συγκεκριμένου λογοτεχνικού είδους. Ο διθύραμβος είναι το ιερό τραγούδι, ο ύμνος που τραγουδιέται προς τιμήν του θεού του κρασιού και της γονιμότητας, του Διονύσου. Η μετοχή «συγκεραυνωθεὶς» (κεραυνοχτυπημένος), η οποία απαντά δύο αιώνες αργότερα και στις Βάκχες του Ευριπίδη, πάντοτε σε διονυσιακό πλαίσιο, αποτελεί δείγμα γλώσσας και εικονοποιίας καθαρώς διονυσιακής. Όπως ο νεαρός Διόνυσος πετάχτηκε έξω από το σώμα της μητέρας του με έναν κεραυνό του Δία, έτσι και ο εξάρχων του χορού, χτυπημένος από την ζάλη του κρασιού, νιώθει μια φλογερή επιθυμία να τραγουδήσει τον ωραίο σκοπό του Διονύσου. Ο διθύραμβος ήταν χορικό άσμα. Ο εξάρχων αρχίζει να τραγουδά και οι υπόλοιποι, ο χορός, τον ακολουθούν.

Ο καθηγητής Τσίμμερμαν έδωσε διάλεξη στην Αίθουσα Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης τον Μάρτιο του 2007, με θέμα την ιστορία της διθυραμβικής ποίησης

Για την μορφή και το περιεχόμενο των πρώιμων διθυράμβων μόνον εικασίες μπορούμε να κάνουμε. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. ζούσε στην αυλή του τυράννου Περιάνδρου στην Κόρινθο ο Αρίων ο Μηθυμναίος:

«Τῷ δὴ λέγουσι Κορίνθιοι (ὁμολογέουσι δέ σφι Λέσβιοι) ἐν τῷ βίῳ θῶμα μέγιστον παραστῆναι͵ Ἀρίονα τὸν Μηθυμναῖον ἐπὶ δελφῖνος ἐξενειχθέντα ἐπὶ Ταίναρον͵ ἐόντα κιθαρῳδὸν τῶν τότε ἐόντων οὐδενὸς δεύτερον͵ καὶ διθύραμβον πρῶτον ἀνθρώπων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν ποιήσαντά τε καὶ ὀνομάσαντα καὶ διδάξαντα ἐν Κορίνθῳ».

Όμως ο Ηρόδοτος δεν λέει ότι ο Αρίων ήταν ο εφευρέτης του διθυράμβου, αλλά ότι ήταν ο πρώτος που έγραψε διθύραμβο, ονόμασε έτσι το ποίημα και το παρουσίασε στην Κόρινθο ― συνδύασε δηλαδή και τις τρεις πράξεις.

Επάνω: Ανάγλυφη παράσταση του Πινδάρου καθώς προσφέρει μια λύρα σε νεαρό μαθητή

Μέση: Προτομή του ποιητή Πινδάρου με επιγραφή

Κάτω: Η αρχή του έργου του Πινδάρου Ολυμπιονίκαι, γραμμένη σε πάπυρο

Και άλλοι τύραννοι, όπως ο Κλεισθένης της Σικυώνος, υποστήριξαν την λατρεία του Διονύσου και την παρουσίαση χορικών έργων. Οι τύραννοι χρησιμοποιούσαν την θρησκεία και τις λατρευτικές εκδηλώσεις ως μέσα άσκησης της πολιτικής τους, ενώ η μεγαλοπρέπεια αυτών των εορτών φανέρωνε το κύρος και την επιρροή τους σε όλους τους συμμετέχοντες.

Την εποχή του Πεισίστρατου και των απογόνων του, κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 6ου αι. π.Χ., ο διθύραμβος εξελίχθηκε στο κατεξοχήν χορικό είδος της Αθήνας και οι διθυραμβικοί αγώνες αποτελούσαν σημαντικό μέρος της κοινωνικής και της πολιτικής ζωής. Ο πρώτος ποιητής που συνέθεσε διθύραμβο για αγώνα σε δημοκρατική πόλη ήταν ο άγνωστος Υπόδικος ο Χαλκιδεύς, που η νίκη του χρονολογείται στα 509-508 π.Χ. Ωστόσο, υπάρχουν αμφιβολίες για την χρονολόγηση αυτή, διότι συμπίπτει ακριβώς με τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη, όπου οι δέκα φυλές αντικατέστησαν τις τέσσερεις παραδοσιακές ιωνικές φυλές. Στους διθυραμβικούς αγώνες, οι δέκα πλέον φυλές συμμετείχαν με δύο χορούς: έναν χορό εφήβων και έναν ενηλίκων. Η προετοιμασία του χορού για τον αγώνα ενίσχυε στα μέλη του το αίσθημα της ενότητας και της ένταξης στην φυλή. Έπειτα, ο θεσμός της χορηγίας ενσωμάτωνε τους πλούσιους αριστοκράτες στην φυλή, καθώς μπορούσαν να διεκδικήσουν μια τιμητική θέση μέσω της επιτυχίας στους αγώνες και να στήσουν τον τρίποδά τους στην οδό Τριπόδων. Γνωρίζουμε ότι αριστοκράτες όπως ο Θεμιστοκλής, ο Περικλής και ο Αλκιβιάδης χρησιμοποίησαν το σύστημα της χορηγίας ως εφαλτήριο για την πολιτική τους σταδιοδρομία. Τέλος, η διοργανώτρια πόλη γινόταν το πολιτικό, πολιτιστικό και θρησκευτικό κέντρο για όλους όσοι συμμετείχαν στους διθυραμβικούς αγώνες. Σε ανώτερο επίπεδο, οι διθυραμβικοί αγώνες αποτελούσαν πολιτικό και κοινωνικό γεγονός, πράγμα που φανερώνεται από τις θεατρικές επιγραφές, τις Διδασκαλίες, όπου αναφέρονται τα ονόματα μόνον του χορηγού και της νικήτριας φυλής, και όχι του ποιητή, ακόμη και αν ήταν τόσο διάσημος όσο ο Πίνδαρος.    

Ο Πίνδαρος είναι ο πρώτος ποιητής από τους διθυράμβους του οποίου μπορούμε να διαβάσουμε, έστω και αποσπασματικά, εκατό περίπου στίχους. Η μεγάλη επιτυχία των διθυράμβων μπορεί να εξηγηθεί από το πατριωτικό τους περιεχόμενο ― εξυμνούν την Αθήνα και τονώνουν την περηφάνια των κατοίκων που ανήκουν στην λαμπερή, θεϊκή αυτή πόλη, το προπύργιο της Ελλάδας:

«῏Ω ταὶ λιπαραὶ καὶ ἰοστέφανοι καὶ ἀοίδιμοι͵ Ἑλλάδος ἔρεισμα͵ κλειναὶ Ἀθᾶναι͵ δαιμόνιον πτολίεθρον».

Από τα αποσπάσματα που σώζονται μπορούμε να προσδιορίσουμε ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά των διθυράμβων του Πινδάρου: τα ποιήματά του αποτελούνταν από δύο μέρη, την εισαγωγή και την διήγηση του μύθου, ο οποίος σχετιζόταν πάντοτε με την πόλη που είχε παραγγείλει το ποίημα. Όσον αφορά την εισαγωγή, κοινά στοιχεία είναι πάντοτε η εξύμνηση της πόλης που παραγγέλλει τον διθύραμβο, η αφορμή για το τραγούδι (η γιορτή προς τιμήν του Διονύσου), ο χρόνος (άνοιξη) και ο τρόπος παρουσίασης (το χορικό άσμα συνοδεία αυλού). Οι διθύραμβοι του Πινδάρου έχουν καθαρώς διονυσιακό χαρακτήρα. Γίνεται πάντα επίκληση του θεού Διονύσου με τους επιθετικούς προσδιορισμούς που του αντιστοιχούν και με κεντρικά στοιχεία της διονυσιακής θεολογίας του Πινδάρου την έκσταση (μανία) και την διονυσιακή μουσική, ειδικότερα δε τον αυλό, που προκαλεί λατρευτικό παραλήρημα.

Αντίθετα, οι διθύραμβοι του Βακχυλίδη είναι πολύ διαφορετικοί. Τα στοιχεία της αναφοράς στην παραγγέλλουσα πόλη, στον Διόνυσο και στην παράσταση είναι υποβαθμισμένα. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Βακχυλίδης έχει επηρεαστεί από την σύγχρονη τραγωδία, όπως φαίνεται από την χρήση διαλόγων για την δραματοποίηση των διθυράμβων του και από την εξιστόρηση σύντομων σκηνών, δηλαδή μόνον ενός επεισοδίου από τον μύθο, όπως συνήθιζαν και οι τραγωδοί. Ο Βακχυλίδης επεδίωκε να γράφει ομοιογενή ποιήματα, χωρίς διακοπές στην διήγηση, για αυτό και παρενέβαλλε στο κυρίως μέρος της μυθολογικής εξιστόρησης τα χαρακτηριστικά στοιχεία της χορικής λυρικής ποίησης ― τα οποία, αντιθέτως, στους πινδαρικούς διθυράμβους, συναντούμε στην εισαγωγή.

Η πρόεδρος του Συνδέσμου, Ιωάννα Κονδύλη,
και ο πρόεδρος της Ελληνικής Ανθρωπιστικής Εταιρείας, Θεοφάνης Παπαδημητρίου, προλόγισαν την διάλεξη του καθηγητή Τσίμμερμαν

Πολλές είναι οι διαφορές μεταξύ του Πινδάρου και του Βακχυλίδη. Έχουν ωστόσο ένα κοινό σημείο: η γλώσσα και η μουσική, το νόημα και ο ήχος, είναι πλήρως συνδεδεμένα. Τραγούδι, μουσική και χορός σχηματίζουν μιαν αδιαχώριστη ενότητα. Η ενότητα αυτή καταλύεται μια γενιά αργότερα. Η μουσική γίνεται το πιο σημαντικό στοιχείο της παράστασης. Οι πειραματισμοί στην μορφή και την δομή, η «ποικιλία», οι μονωδίες και οι απόπειρες δραματοποίησης της διήγησης αποτελούν χαρακτηριστικά στοιχεία της δραστικής αλλαγής της λειτουργίας του διθυράμβου κατά το δεύτερο μισό του 5ου αι. στην Αθήνα. Καθώς το νόημα και το περιεχόμενο παραμερίζονται από τις καλλιτεχνικές προθέσεις των ποιητών, ο διθύραμβος χάνει την εγγενή πολιτική λειτουργία του. Αυτό υποδεικνύει μιαν αλλαγή ως προς την στάση του κοινού: στην θέση μιας τελετουργικής κοινότητας έχουμε μια ομάδα εκλεκτικών εστέτ ή, όπως γράφει στους Νόμους του ο Πλάτων, μια θεατροκρατία.

Οι διθύραμβοι παρουσιάζονταν στα Διονύσια έως το τέλος του 2ου αι. μ.Χ. Δυστυχώς, ελάχιστοι στίχοι σώζονται σήμερα, και έτσι δεν ξέρουμε τίποτε για την μορφή και το περιεχόμενο της διθυραμβικής ποίησης κατά τους Ελληνιστικούς και τους Ρωμαϊκούς Χρόνους.

Εξετάζοντας την ιστορία του διθυράμβου διαπιστώνουμε ότι κινείται ανάμεσα σε δύο άξονες: αφενός, τις τελετουργικές διαδικασίες, που συνδέονται απόλυτα με το κοινωνικό, πολιτιστικό και πολιτικό στοιχείο· και, αφετέρου, την προσπάθεια των ποιητών για αισθητική ικανοποίηση, τέρψιν, του ακροατηρίου.

Κρατήρας με παράσταση διθυραμβικού χορού με αυλητή

Οι διθυραμβικοί αγώνες και ο ανταγωνισμός μεταξύ δράματος και διθυράμβου αποτελούν την βασική αιτία για την επικράτηση των αισθητικών στοιχείων εις βάρος της τελετουργικής και της πολιτικής λειτουργίας. Η φυλή και ο χορηγός επιζητούν την νίκη στους αγώνες. Έτσι, αναζητούν έναν ποιητή που θα μπορέσει να εντυπωσιάσει το κοινό και να πείσει τους κριτές. Όμως ο ποιητής δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις προσδοκίες τους παραμένοντας εντός των ορίων της παράδοσης. Στην Αθήνα ιδιαίτερα, είναι αναγκασμένος να επινοεί πάντα κάτι νέο για να το παρουσιάσει στο καλλιεργημένο κοινό. Κατά την περίοδο της νέας διθυραμβικής ποίησης στα τέλη του 5ου αι., το εκκρεμές, που ο μεν Βακχυλίδης το είχε διατηρήσει ανάμεσα στα δύο άκρα της τέχνης και της λατρείας, ο δε Πίνδαρος επιθυμούσε να το επαναφέρει στο τελετουργικό άκρο, έγειρε πλήρως προς την καλλιτεχνία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η λατρευτική λυρική ποίηση της Αρχαϊκής και της Κλασικής Περιόδου εξελίχθηκε στον λογοτεχνικό και μουσικό πειραματικό χώρο της πρωτοπορίας.

36-39