Διάλεξη
ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΑΩ - ΤΕΥΧΟΣ 39 - ΜΑΡΤΙΟΣ 2008 ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΕΥΧΟΣ 39 ΜΑΡΤΙΟΣ 2008
περιεχόμενα τεύχους επικοινωνήστε μαζί μας !
Ο κόσμος αλλάζει.
Ποιος όμως το έχει προσέξει;

Σερ Βασίλειος
Μαρκεζίνης, QC

Εταίρος της Βρετανικής
Ακαδημίας,
Αντεπιστέλλον μέλος
των Ακαδημιών
Αθηνών, Παρισίων,
Ρώμης (Lincei),
Βελγίου και Ολλανδίας

«Ἀμαθία μὲν θράσος, λογισμὸς δὲὄκνον φέρει». Ο Θουκυδίδης διατύπωσε αυτή την ιδέα πριν από πολύ καιρό, στον «Επιτάφιο». Ζούμε σε καιρούς κατά τους οποίους, ενώ  παντού ελλοχεύουν κρίσεις, οι άνθρωποι μιλούν με μισόλογα, αντί να προσπαθούν να τις αντιμετωπίσουν με καθαρή σκέψη και νηφάλιο λόγο. Ας επιτραπεί, λοιπόν, σε κάποιον που δεν είναι επαγγελματίας πολιτικός να επιδείξει το θάρρος που πηγάζει από την άγνοια και να εκφράσει όλα όσα σκέπτονται πολλοί απλοί άνθρωποι.

Καθώς επιβάλλεται να είμαστε εποικοδομητικοί και όχι απλώς ανατρεπτικοί, ας ξεκινήσουμε αποδομώντας τους μύθους εκείνους που θολώνουν την όραση και την κρίση μας. Κατόπιν, όμως, θα πρέπει να περάσουμε από την αδράνεια στην δράση. Ζούμε σε καιρούς επικίνδυνους. Τίποτε άλλο δεν θα φέρει αποτελέσματα, διότι, όπως το έθεσε ο Γκαίτε στον Φάουστ, «ἐν ἀρχῇ ἦν ἡ πράξις».

Ι. Αποτιμώντας την έκταση της αλλαγής
Στην εποχή μας, ελάχιστα έχουν μελετηθεί οι συνέπειες του γεγονότος ότι ο αμερικανικός ήλιος ανέτειλε σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Η χώρα εκτοξεύθηκε στην θέση της υπερδύναμης λίγο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς και στην θέση της μόνης παγκόσμιας υπερδύναμης μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η θεσμική ωριμότητα, η πείρα και η κατανόηση στην διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής ήταν ιδιότητες τις οποίες η Αμερική έπρεπε να αποκτήσει σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, κατά την διάρκεια του οποίου, μάλιστα, το γεωγραφικό φάσμα των ευθυνών της άρχισε να επεκτείνεται κατά τρόπον ανεξέλεγκτο. Αυτό που βιώνουμε σήμερα ―όσο και αν θορυβηθούν ορισμένοι από αυτή την δήλωση― είναι απλώς το αποτέλεσμα αυτής της ανωριμότητας σε συνδυασμό με την υπεροψία που φέρνει η ανεξέλεγκτη δύναμη. Αποτέλεσμα: ο  Ήλιος ανέτειλε και δύει χωρίς μεσημβρίαν.

Η επανεμφάνιση της Ρωσίας στην διεθνή σκηνή ―εξαιτίας, εν πολλοίς, του νεοαποκτηθέντος ενεργειακού της πλούτου― αποτελεί μια νέα εξέλιξη, η οποία έχει ήδη αρχίσει να περιστέλλει την αμερικανική ηγεμονία. Μία δεύτερη εξέλιξη είναι η απροσδόκητα ραγδαία ανάπτυξη της Κίνας και της Ινδίας. Μία τρίτη, το γεγονός ότι, από οικονομική άποψη, η Κίνα, η Ινδία, η Βραζιλία, η Μέση Ανατολή αλλά και η Αφρική έχουν αρχίσει να αναπτύσσουν μεταξύ τους όλο και περισσότερες εμπορικές σχέσεις, καθώς και σύνθετες χρηματοοικονομικές συναλλαγές, παρακάμπτοντας πλήρως τα αμερικανικά και τα ευρωπαϊκά οικονομικά κέντρα. 

Όλοι αυτοί οι παράγοντες επισπεύδουν το τέλος της περιόδου της αμερικανικής ηγεμονίας. Ωστόσο, στην παρακμή της Αμερικής έχει επίσης συμβάλει η Rβρις που εδώ και καιρό διαπράττει η ίδια η χώρα. Και η αμερικανική Rβρις συνοδεύεται επιπλέον από την ανεξέλεγκτη δύναμη, την λατρεία της οικονομικής απληστίας, την επιλογή μη χαρισματικών ηγετών, την αδιαμφισβήτητη πεποίθηση ότι η τεχνολογική ισχύς είναι το μόνο απαραίτητο στοιχείο για την επιτυχία και, τέλος, την υποτίμηση της ακαταδάμαστης δύναμης του νου και του πνεύματος του ανθρώπου προς όφελος της τεχνολογίας.

Κατάμεστη η αίθουσα του Μεγάρου Καρατζά, όπου δόθηκε η διάλεξη του σερ Βασίλειου Μαρκεζίνη για τις αλλαγές στην διεθνή πολιτική σκακιέρα

Έτσι, η πεποίθηση που κυριαρχεί στην σκέψη των Αμερικανών από τις μέρες του πολέμου στο Κοσσυφοπέδιο έως και την εισβολή στο Ιράκ είναι (και παραμένει) ότι το μόνο πράγμα που έχει σημασία είναι να μπορούν να βάλλουν εναντίον των εχθρών τους από αεροπλάνα που πετούν σε τεράστιο ύψος και είναι απρόσιτα από τα πρωτόγονα εχθρικά όπλα. Το γεγονός ότι αυτό το είδος πολέμου, ή, ακόμη χειρότερα, αυτό το είδος επίλυσης των διεθνών συγκρούσεων, είναι απολύτως ατελέσφορο αποδείχθηκε επανειλημμένα ήδη από τότε που ο Πρόεδρος Μπους πανηγύρισε (πρόωρα), πάνω σε ένα από τα αεροπλανοφόρα του, για το τέλος του πολέμου στο Ιράκ. Την ίδια εσφαλμένη τακτική οι Αμερικανοί την ακολούθησαν και στην κατασκοπία τους. Η έμφαση δόθηκε στην τεχνολογία και η ανθρώπινη συμβολή υποτιμήθηκε.

Στις Η.Π.Α., έχουμε δει αυτή την φιλοσοφία της «επιθετικότητας» να εκδηλώνεται κατ’ επανάληψη και σε άλλους τομείς του δημόσιου βίου, πέραν του πολέμου. Περίπου από την δεκαετία του 1980 και μετά, μέσα σε αυτό το κλίμα αποθέωσης της οικονομικής απληστίας, η τάση για γρήγορο προσωπικό κέρδος (εις βάρος της επιχειρησιακής αυτοεπένδυσης και εξέλιξης), καθώς και η ανάπτυξη μιας ασυντόνιστης δραστηριότητας από πλευράς μυστικών υπηρεσιών αλλά και ενός υφέρποντος συντηρητισμού ως προς τις νομικoηθικές αξίες της χώρας, έχουν αφήσει ανεξίτηλα σημάδια στην Αμερική. Και τα σημάδια αυτά δεν είναι καλά.

Η μείωση της αμερικανικής προβλεπτικότητας
Όπως άφησα να εννοηθεί, μία από τις επιπτώσεις της νοοτροπίας που περιέγραψα είναι η μείωση της αμερικανικής προβλεπτικότητας. Προέβλεψαν άραγε οι Η.Π.Α. την εισβολή της Ρωσίας στο Αφγανιστάν; Την πτώση του Τείχους του Βερολίνου; Την εισβολή στο Κουβέιτ; Την καταστροφή των Δίδυμων Πύργων στην Νέα Υόρκη; Η λίστα είναι ατελείωτη. Επίσης,  σαφώς και δεν μπορεί να καταχωριστεί στο ενεργητικό των Αμερικανών η διαπίστωση ότι έδειξαν υπέρμετρη εμπιστοσύνη στις (όπως αποδείχτηκε, εσφαλμένες) συμβουλές από πρόσφυγες Ιρακινούς πολιτικούς, των οποίων τις απόψεις θέλησαν να αναζητήσουν και να εμπιστευθούν οι επικεφαλής της πολιτικής και των μυστικών υπηρεσιών της Ουάσινγκτον. Πολύ πρόσφατα, η αμερικανική προβλεπτικότητα αποδείχθηκε καταφανώς ανύπαρκτη, λαμβανομένου υπόψη του βαθμού στον οποίο οι Αμερικανοί πίστευαν και ευθαρσώς διακήρυτταν ότι, μετά την εισβολή, οι Ιρακινοί θα υποδέχονταν τα αμερικανικά στρατεύματα απελευθέρωσης της Βαγδάτης με ανοιχτές αγκάλες και κυματισμούς σημαιών. Η αμερικανική αξιοπιστία διανύει περίοδο σοβαρότατης κάμψης: μιας κάμψης που δεν αυξάνει ούτε την εκτίμηση ούτε την εμπιστοσύνη των συμμάχων της Αμερικής.

Στρατιωτική δύναμη ή ανικανότητα
Το επιχειρησιακό δόγμα «Σοκ και Δέος» δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα φραστικό πυροτέχνημα. Όντως, το μόνο που κατάφερε ήταν να αποδείξει ακόμη μια φορά ότι τα σοβαρά ζητήματα στην ανθρώπινη ιστορία σπανίως (ή ουδέποτε) μπορούν να επιλυθούν μόνο μέσω πολέμου.  
Ο Ντόναλντ Ράμσφελντ ήταν απλώς ένας πολιτικός που θέλησε να παραστήσει τον Στρατηγό, παραμερίζοντας τους συμβούλους του και πιστεύοντας ότι θα μπορούσε να νικήσει τον στρατό του Σαντάμ, αλλά και να αποκαταστήσει την ειρήνη στο Ιράκ με στρατεύματα. Οι στρατηγοί αυτού του είδους σπανίως καταλαβαίνουν ότι, εντέλει, τις μεγάλες κρίσεις τις τερματίζουν οι διευθετήσεις μέσω διαπραγματεύσεων, και όχι η ωμή στρατιωτική δύναμη. Επιπλέον, ούτε καν τους περνάει από το μυαλό ότι υπάρχουν διευθετήσεις οι οποίες δεν αναδεικνύουν μόνο νικητές και μόνο χαμένους.

Προβλέπω ότι θα επακολουθήσουν πολύ χειρότερες εξελίξεις, καθώς η προσοχή στρέφεται τώρα στο Αφγανιστάν, στο Πακιστάν και, κυρίως, στο Ιράν. Η Rβρις, εντούτοις, συνεχίζεται στους κύκλους των αξιωματούχων. Οι δε φίλοι της Αμερικής εξαναγκάζονται να υιοθετήσουν στάση ενδοτικής σιωπής ή πειθήνιας υποταγής. Χαίρομαι τουλάχιστον με το γεγονός ότι επί του παρόντος δεν έχουν υποχωρήσει στις αμερικανικές πιέσεις να στείλουν περισσότερο στρατό στο Αφγανιστάν.
Όταν ήμουν νεότερος, η Αμερική θεωρείτο υπόδειγμα δημοκρατίας. Σήμερα, όμως, η Αμερική είναι η χώρα του «εκτελεστικού προνομίου», η χώρα του Γκουαντάναμο, η χώρα της «extraordinary rendition» (κατ’ ουσίαν, μιας de facto απαγωγής πολιτών προς ανάκριση), η χώρα που χρησιμοποιεί την ίδια της την νομοθεσία για να κατασκοπεύει τους πολίτες της σε μαζική κλίμακα, η χώρα που ασκεί βασανιστήρια εντός των ίδιων της των συνόρων (όπως το λεγόμενο «waterboarding», που κατ’ ουσίαν αποτελεί ελεγχόμενο πνιγμό του κρατουμένου). Είναι επίσης η χώρα που έχει εξωθήσει την έννοια του προληπτικού πολέμου σε τόσο επικίνδυνα άκρα ―επεκτείνοντας υπέρ το δέον κάθε έννοια «δίκαιου πολέμου»―, ώστε, προσωπικά τουλάχιστον, δεν θα απορούσα διόλου εάν την έβλεπα να αποκορυφώνει την πρόσφατη σειρά των σφαλμάτων της βομβαρδίζοντας το Ιράν και βυθίζοντας τον κόσμο και την οικονομία του σε ακόμη βαθύτερο χάος.

Σιωπή για τα όσα βλέπουν και πιστεύουν οι άλλοι
Ποιο είναι το στοιχείο που συνδέει όλα τα παραπάνω; Είναι απλούστατα το γεγονός ότι δεν είμαστε όλοι διατεθειμένοι να «κοιτάξουμε κατάματα τον μεταβαλλόμενο κόσμο» και, στην συνέχεια, να αναγκάσουμε τους «κυβερνήτες» μας να βγάλουν τα αναγκαία συμπεράσματα. Οφείλουμε εντούτοις να το πράξουμε, δεδομένου ότι οι Αμερικανοί είναι αναμεμειγμένοι και σε άλλα παρόμοια ζητήματα, π.χ. στο ζήτημα της Π.Γ.Δ.Μ., και τούτο τούς επιτρέπει να ασκούν πιέσεις σε όσους θέλουν να κρατούν στάση αποδεδειγμένα ανεξάρτητη. Το Κοσσυφοπέδιο, το Μαυροβούνιο και η Κύπρος αποτελούν μερικά ακόμη ευαίσθητα θέματα ως προς τα οποία η Αμερική εξακολουθεί να παίζει παιχνίδια, αγνοώντας τα δίκαια αιτήματα παλαιών συμμάχων της. Ακόμη πιο δύσκολο, όμως, είναι το πρόβλημα του Ιράν: το τι θα κάνουν οι Αμερικανοί σε αυτή την χώρα θα μας επηρέαζε ίσως ― ή μάλλον είμαι βέβαιος ότι θα μας επηρεάσει όλους σε πάρα πολλά επίπεδα. Στην ρίζα του όλου προβλήματος βρίσκονται ενδεχομένως η εθελοτυφλία και η σιωπή απέναντι στα όσα βλέπουμε. Ωστόσο, αν εθελοτυφλούμε και αν αρνούμαστε να εκφράσουμε ανοιχτά την γνώμη μας, θα συνεχίσουμε απλώς να είμαστε οι δουλοπρεπείς κόλακες των Αμερικανών, και όχι οι φίλοι τους, όπως οφείλουμε. Η πραγματική φιλία, κατά την άποψή μου, στηρίζεται στην ισότητα, και όχι στην δουλοπρέπεια του ενός προς τον άλλον.
Ακριβώς εξαιτίας αυτής της πραγματιστικής συνειδητοποίησης, οι μεν πολιτικοί καθίστανται σημαίνοντες δρώντες, οι δε διανοούμενοι ―όπως εγώ, που διατυπώνω αυτές τις απλές σκέψεις― υποδεέστερες φωνές που βοούν εν τη ερήμω. Δυστυχώς, όμως, η ίδια αυτή στάση στηρίζει και την διαιώνιση της εικόνας της αμερικανικής δύναμης, εφόσον κανείς δεν έχει τα κότσια να την αμφισβητήσει ανοιχτά και να την χαρακτηρίσει απαράδεκτη, στον βαθμό ακριβώς που προσπαθεί να διαμορφώσει την συμπεριφορά άλλων χωρών.

Μακροπρόθεσμα, αυτή η υποταγή στην πραγματική ή θεωρούμενη δύναμη των Η.Π.Α. δεν μπορεί παρά να σβήσει. Η αλλαγή αυτή θα επέλθει γρηγορότερα, όταν συνειδητοποιήσουμε ότι οι Η.Π.Α., παρά την τεχνολογία και τον βαθύτατο πλούτο τους, έχουν αποδυναμωθεί πολύ περισσότερο από όσο θα ήταν διατεθειμένοι να παραδεχθούν δημοσίως οι περισσότεροι άνθρωποι. Οι τολμηροί πολιτικοί, όμως, θα έπρεπε εφεξής να επιδιώκουν παράλληλους (και όχι εναλλακτικούς) δεσμούς με άλλες μεγάλες δυνάμεις, εφόσον βλέπουν ότι η δυναμική της διεθνούς πολιτικής έχει αρχίσει να μεταβάλλεται με ταχύτατο ρυθμό. Οι πιο οξυδερκείς μεταξύ αυτών, περιλαμβανομένων κάποιων Ελλήνων πολιτικών, ήδη εφαρμόζουν αυτή την στάση, και δεν χρειάζεται ασφαλώς να αναφέρω συγκεκριμένα ονόματα.

Ο πρόεδρος του Ιδρύματος Ωνάση προλόγισε τον ομιλητή και συντόνισε τις ερωτήσεις του κοινού

ΙΙ. Αντιμετωπίζοντας την νέα πραγματικότητα
Η εξωτερική πολιτική των Η.Π.Α. στην Μέση Ανατολή πολύ αμφιβάλλω αν θα αλλάξει με την αλλαγή Προέδρου, εκτός ίσως μόνον επιφανειακά και υπό την μορφή κάποιων συμβολικών παραχωρήσεων. Το πιστεύω αυτό απολύτως στην περίπτωση της κυρίας Κλίντον, και μόνον ο Ομπάμα φαίνεται διατεθειμένος ―επί του παρόντος, τουλάχιστον― να εφαρμόσει ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, λιγότερο κατευθυνόμενη από το Ισραήλ. Το λέω αυτό διότι δεν έχω πεισθεί ότι οι Αμερικανοί φίλοι μας είναι πραγματικά έτοιμοι να δώσουν μια ουσιαστική λύση στο Παλαιστινιακό Ζήτημα, εξασφαλίζοντας την γεωγραφική ταυτότητα του Ισραήλ, αλλά και αναγνωρίζοντας κατά τρόπον απτό τόσο τις αδικίες που έχουν υποστεί οι Άραβες εδώ και αρκετές δεκαετίες όσο και την ανάγκη επανορθωτικής επικέντρωσης σε αυτές. Η λύση αυτή, κατά την άποψή μου, πρέπει επίσης να περιλαμβάνει την εξασφάλιση του διεθνούς καθεστώτος της Ιερουσαλήμ, καθώς και την οριστική διευθέτηση του ζητήματος των παράνομων εποικισμών.
Τα τελευταία χρόνια, το Ισραήλ έχει μεταβληθεί παραδόξως σε παράγοντα αστάθειας στην Μέση Ανατολή. Επιπλέον, η τάση του Ισραήλ να καταφεύγει εύκολα στην στρατιωτική του τεχνολογία, προκειμένου να παραβιάσει τα κυριαρχικά δικαιώματα γειτονικών κρατών, δεν συμβάλλει ούτε στον δικό του αγώνα ούτε στον αγώνα για την επίτευξη της παγκόσμιας ειρήνης.
Ως νομικό επιστήμονα, ένα συμβάν που με ανησυχεί ιδιαίτερα είναι η προληπτική επίθεση του Ισραήλ κατά του Ιράκ πριν από είκοσι και πλέον χρόνια. Το συγκεκριμένο συμβάν έθεσε ένα επικίνδυνο προηγούμενο τροποποίησης (και όχι απλώς παραβίασης) των κανόνων του διεθνούς δικαίου. Δυστυχώς, δεν είναι διόλου απίθανο, το Ισραήλ, είτε μόνο του είτε σε συμμαχικό συνδυασμό με τις Η.Π.Α., να επιχειρήσει στο εγγύς μέλλον κάτι αντίστοιχο, αλλά απείρως πιο ανησυχητικό, στην περίπτωση του Ιράν. Παρόμοια φιλοπόλεμα συναισθήματα έχουν αρχίσει, κατά τα φαινόμενα, να διαδίδονται και σε ορισμένους ευρωπαϊκούς κύκλους. Ενισχυτικό της άποψης του συγγραφέα είναι το γεγονός ότι στους Times της 16ης Οκτωβρίου 2007 η κυρία Χίλαρι Κλίντον φέρεται να υιοθετεί ακόμη πιο φιλοπόλεμη στάση απέναντι στο Ιράν. «Όλες οι επιλογές», δήλωσε, «πρέπει να μείνουν ανοιχτές». Αυτή ακριβώς ήταν και η φράση που είχε χρησιμοποιήσει ο Πρόεδρος Μπους, όταν αρνήθηκε να αποκλείσει την πιθανότητα στρατιωτικής επέμβασης.
Η στρατιωτική επέμβαση σαφώς και δεν είναι δυνατόν να πάρει την μορφή μίας ακόμη εισβολής. Η Αμερική είναι πολύ πιο αδύναμη από όσο μπορούν να φανταστούν οι περισσότεροι σχολιαστές, οπότε αποκλείεται ακόμη και να εξετάσει αυτό το ενδεχόμενο. Ωστόσο, πιστή στην άποψή της ότι αυτό που έχει σημασία είναι η τεχνολογία, η Αμερική έχει οπωσδήποτε εξετάσει το ενδεχόμενο επιλεκτικού βομβαρδισμού των περιοχών όπου βρίσκονται οι πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν. Εάν όντως πραγματοποιούνταν αυτοί οι βομβαρδισμοί, μόνο προσωρινά θα εμπόδιζαν τις ιρανικές προσπάθειες εμπλουτισμού του ουρανίου. Αντιθέτως, θα οδηγούσαν ενδεχομένως σε κλείσιμο των Στενών του Χορμούζ, θα προκαλούσαν τεράστιες αντιαμερικανικές διαδηλώσεις σε όλη την Ευρώπη (και σε ολόκληρο τον κόσμο;), και θα ενέτειναν μάλλον, παρά θα άμβλυναν, τα αντιδυτικά συναισθήματα στον ισλαμικό κόσμο. Δύο πρόσφατες εξελίξεις ενισχύουν την ανησυχία μου για το γεγονός ότι η εξωτερική πολιτική της Χίλαρι Κλίντον αναφορικά με το Ισραήλ και την Μέση Ανατολή δεν θα είναι και τόσο διαφορετική από την αντίστοιχη πολιτική του Προέδρου Μπους.
Ελάχιστοι μάλλον πρόσεξαν ότι, πριν από λίγους μήνες, ισραηλινά βομβαρδιστικά επιτέθηκαν σε στρατιωτικούς στόχους στην Συρία. Οι στόχοι αυτοί προστατεύονταν από αντιαεροπορικούς πυραύλους ιρανικής κατασκευής, οι οποίοι δεν λειτούργησαν. Ενδεχομένως, οι πύραυλοι αυτοί είναι του ίδιου είδους με εκείνους που προστατεύουν τις ιρανικές περιοχές πυρηνικών δοκιμών. Επρόκειτο άραγε για αποτυχία λόγω τεχνικών προβλημάτων; Ή μήπως επρόκειτο για επιτυχία οφειλόμενη στην υψηλότερη και καλύτερη ισραηλινή (τουτέστιν: αμερικανική) τεχνολογία; Ή μήπως, τέλος, οι περιοχές που προστατεύονταν από τους ιρανικούς/συριακούς αντιαεροπορικούς πυραύλους είχαν εξουδετερωθεί εκ των προτέρων από μυστικές δυνάμεις καταδρομών; Λαμβανομένου υπόψη του τρόπου που είχαν πραγματοποιηθεί η σύγκρουση στο Ιράκ και ο προηγούμενος βομβαρδισμός των ιρακινών εγκαταστάσεων, οποιαδήποτε από τις προηγούμενες υποθέσεις μπορεί να στηρίξει την περαιτέρω υπόθεση ότι οι επιχειρήσεις αυτές αποτελούν «πρόβες» για κάτι πιο μεγάλο και πιο επικίνδυνο, που θα επακολουθήσει στο μέλλον.
Η Αμερική διατρέχει τον κίνδυνο να πιστέψει ξανά στην ιδέα που την ενθάρρυνε να επέμβει στο Ιράκ: ότι η δράση της είναι αναγκαία («American leadership is wanting, but it is still wanted»). Ενώ είναι αναμφίβολη η αρέσκεια του κόσμου για την αμερικανική μουσική, τα φαστ φουντ και την χολιγουντιανή κουλτούρα, εντούτοις, τις πολιτικές ιδέες που εννοεί να επιβάλλει η Αμερική έχουν αρχίσει να τις αποστρέφονται όλο και περισσότερα κράτη του κόσμου, μεταξύ των οποίων και κράτη τα οποία, πριν από την εποχή Μπους, η Αμερική τα θεωρούσε πιστούς φίλους και θαυμαστές της.
Η αδυναμία της Αμερικής είναι τεχνολογικής φύσεως∙ είναι αδυναμία που πηγάζει από την πολιτική της υπερέκταση, την εντεινόμενη πολιτική της απομόνωση από τον υπόλοιπο κόσμο, καθώς και την επιδεινούμενη οικονομική της αδυναμία σε εσωτερικό επίπεδο. Τα φαινόμενα αυτά είναι αλληλένδετα και, εν δυνάμει, πολύ σοβαρά.

Χρησιμοποιώντας την βοήθεια ενός παλιού εχθρού
Εδώ ακριβώς εισέρχεται η Ρωσία στην όλη υπόθεση. Η συμμετοχή της Ρωσίας δεν είχε επιτραπεί εξαρχής, καθότι τα αμερικανικά οικονομικά συμφέροντα, και ειδικότερα οι αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες, επεδίωκαν ανέκαθεν να κρατήσουν την Ρωσία απέξω.
Ο αποκλεισμός της ήταν εξαρχής εσφαλμένος, όπως εσφαλμένη ήταν και η απόφαση της Αμερικής να μην λάβει υπόψη της τις ενστάσεις που εξέφρασαν η Γαλλία και η Γερμανία όταν άρχισε ο πόλεμος. Όμως, η κατάσταση έχει πλέον αλλάξει και, αν μη τι άλλο, οι Αμερικανοί χρειάζονται σήμερα την Ρωσία πολύ περισσότερο. Δυστυχώς, όμως, οι ρωσοαμερικανικές σχέσεις έχουν φτάσει στο ναδίρ τους.

Εκπρόσωποι του πολιτικού και του ακαδημαϊκού κόσμου άκουσαν με προσοχή τον διακεκριμένο ομιλητή

Ανέλυσα πρόσφατα αυτό το θέμα σε άρθρο μου στην εφη­μερίδα The Guardian, ισχυριζόμενος ότι η πιο ενεργή συμμετοχή της Ρωσίας (και της Ευρώπης) στα πράγματα, από κοινού με τις Η.Π.Α., θα μπορούσε να συμβάλει στον έλεγχο, αν όχι και στον σχετικό κατευνασμό, της σημερινής στάσης του Ιράν (υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι το Ιράν δεν θα έχει βομβαρδιστεί εν τω μεταξύ!), καθώς και να βοηθήσει στην διατήρηση της ακεραιότητας του Ιράκ, μέσω της αποτροπής κάθε προσπάθειας της Τουρκίας να αποσταθεροποιήσει τον κουρδικό βορρά.

Η λύση θα έλθει με τον διάλογο: επ’ ουδενί με στρατιωτικά μέσα
Λύση μπορεί να βρεθεί και να διαρκέσει μόνον εφόσον επιτευχθεί ένας συμβιβασμός, στον οποίο καμία πλευρά δεν θα είναι κερδισμένη και καμία πλευρά δεν θα είναι χαμένη. Πρέπει, λοιπόν, όλα τα ζητήματα να τεθούν επί τάπητος, διότι, διαφορετικά, θα εξακολουθήσουμε απλώς να βιώνουμε την ίδια κατάσταση που βιώνουμε εδώ και δεκαετίες. Συν τοις άλλοις, το status quo δεν μπορεί να συνεχίσει ίδιο για πάντα. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι οι άνθρωποι θα υποχρεωθούν να προσανατολιστούν σε έναν περιεκτικό διάλογο για τα προβλήματα που τους διχάζουν, όταν πλέον τα πράγματα θα έχουν φτάσει στο απροχώρητο. Το μόνο ερώτημα που τίθεται είναι: Πόσον ακόμη πόνο και πόση δυστυχία πρέπει να υπομείνουμε προτού φτάσουμε στην στιγμή των συμβιβασμών; Ποτέ άλλοτε δεν ήταν μεγαλύτερη η ανάγκη ύπαρξης ανδρών και γυναικών με όραμα.
Η κατάσταση που επικρατεί σήμερα στον κόσμο, στην Μέση Ανατολή, αλλά και στην απώτερη Ανατολή, όχι απλώς δεν βελτιώνεται, αλλά γίνεται αντιθέτως ακόμη πιο συγκεχυμένη, πιο ασταθής, πιο ανησυχητική. Αν μας απέδειξαν κάτι τα τελευταία τέσσερα με έξι χρόνια είναι ότι, μόνη της, η ηγετική δράση των Η.Π.Α. δεν είναι διόλου αξιόπιστη, παρά τα πολυάριθμα προτερήματα του αμερικανικού λαού και τα επιτεύγματα της αμερικανικής τεχνολογίας.
Είναι αναγκαίο να ληφθούν δύσκολες αποφάσεις. Οι επαγγελματίες που λαμβάνουν αυτές τις αποφάσεις πρέπει να συνυπολογίζουν, όπως κάνει σήμερα όλο και συχνότερα η ελληνική εξωτερική πολιτική, το γεγονός ότι ο κόσμος έχει αρχίσει και πάλι να γίνεται διπολικός ή ακόμη και πολυπολικός, και ότι η εξωτερική μας πολιτική οφείλει να εκμεταλλευθεί αυτή την αλλαγή. Η δημιουργία στενότερων δεσμών με άλλες μεγάλες δυνάμεις είναι, συνεπώς, προς το συμφέρον μας και δεν θα έπρεπε να εκλαμβάνεται ως συμπαράταξη με κάποιους παλαιότερους φίλους.
Ο διάλογος με τον εχθρό είναι δύσκολος∙ ο διάλογος με τους τρομοκράτες είναι απωθητικός και εντελώς απεχθής. Σε όλες όμως τις περιπτώσεις, από το Ισραήλ έως την Βόρειο Ιρλανδία, χρειάστηκε να δοκιμαστεί ως λύση. Το κόστος ήταν μεγάλο, και η υπομονή που απαιτήθηκε ακόμη μεγαλύτερη. Μεγάλα όμως είναι και τα οφέλη που προκύπτουν εφόσον η θαρραλέα αυτή στάση οδηγήσει τελικά στο επιθυμητό αποτέλεσμα: την ειρηνική συνύπαρξη. Η πολιτική αυτού του είδους δεν είναι ειρηνιστική, αλλά μια πολιτική που απαιτεί μεγάλο θάρρος.

Μέχρι να φύγει η ομίχλη από την διεθνή σκηνή, σκόπιμο θα ήταν για τις μικρότερες χώρες να καλλιεργούν φιλικές σχέσεις με όλους τους μείζονες δρώντες του παγκόσμιου πολιτικού γίγνεσθαι. Κατά κάποιον τρόπο, η πολιτική αβεβαιότητα είναι σαν την οικονομική αβεβαιότητα: Όταν τα πράγματα δυσκολεύουν, καλό είναι να μη βάζεις όλα σου τα αυγά σε ένα καλάθι. Έχω την αίσθηση και την ελπίδα ότι η Ελλάδα κινείται προς αυτή την κατεύθυνση.

[Ελληνική μετάφραση: Γιάννης Παπαδημητρίου]

30-35