Άρθρο
ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΑΩ - ΤΕΥΧΟΣ 39 - ΜΑΡΤΙΟΣ 2008 ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΕΥΧΟΣ 39 ΜΑΡΤΙΟΣ 2008
περιεχόμενα τεύχους επικοινωνήστε μαζί μας !

Παιδική
παχυσαρκία:
Η αχίλλειος
πτέρνα
της Ελλάδας

Γράφει ο Βασίλειος Α. Παπαμίκος,
κλινικός διαιτολόγος-διατροφολόγος,
υποψήφιος διδάκτωρ, εκπρόσωπος
Τύπου και δημοσίων σχέσεων του
Πανελλήνιου Συλλόγου
Διαιτολόγων-Διατροφολόγων

Η συχνότητα της παιδικής παχυσαρκίας έχει αυξηθεί στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες τα τελευταία χρόνια σε τέτοιον βαθμό, ώστε τα επιδημιολογικά δεδομένα να δείχνουν ότι περίπου το 20% των παιδιών της Ευρώπης είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα. Στο ίδιο ποσοστό κατέληξαν τόσο μια ελληνική μελέτη που έλαβε χώρα στην Βόρεια Ελλάδα όσο και μια τρίτη μελέτη που αφορούσε παιδιά της Μεσσηνίας. Από ποια χρονική στιγμή της ζωής ενός ανθρώπου μπορεί να υπάρξει κίνδυνος για μελλοντική εμφάνιση παχυσαρκίας;

Τα τελευταία επιδημιολογικά δεδομένα δείχνουν πως η γρήγορη πρόσληψη βάρους κατά την διάρκεια της βρεφικής ηλικίας μπορεί να αποτελέσει παράγοντα κινδύνου για παιδική και ενήλικη παχυσαρκία, καθώς και για ινσουλινοαντίσταση. Η τελευταία δε, με βάση στοιχεία ελληνικής μελέτης, είναι πολύ συχνή ανάμεσα σε υπέρβαρα και παχύσαρκα ελληνόπουλα, με το γυναικείο φύλο, το σωματικό βάρος, τον δείκτη μάζα σώματος και την περιφέρεια μέσης να αποτελούν ανεξάρτητους παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση ινσουλινοαντίστασης στην παιδική ηλικία.

Στο δορυφορικό συμπόσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, το οποίο πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα τον Ιούλιο του 2007 στο πλαίσιο της δέκατης έβδομης ετήσιας συνάντησης της Ευρωπαϊκής Ομάδας για την Αντιμετώπιση της Παιδικής Παχυσαρκίας, το ενδιαφέρον στράφηκε στην υπό διερεύνηση υπόθεση ότι υπάρχει μια σύγκρουση έκφρασης γονιδίων στο έμβρυο. Η έκφραση των πατρικών γονιδίων ευνοεί την ανάπτυξη του εμβρύου, ενώ η έκφραση των μητρικών γονιδίων φαίνεται να την περιορίζει. Η μητέρα, λοιπόν, εκτός από την ανάπτυξη του εμβρύου φροντίζει και για την διατήρηση της δικής της ακεραιότητας. Μέσα, λοιπόν, από αυτή την ευαίσθητη ισορροπία γεννιέται το παιδί, του οποίου το πιθανό χαμηλό βάρος γέννησης σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για ενήλικη ινσουλινοαντίσταση και εμφάνιση διαβήτη τύπου 2.

Επιπροσθέτως, η εμφάνιση διαβήτη κυήσεως ή γενικότερα διαβήτη στην μητέρα αποτελούν παράγοντες κινδύνου εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 στους απογόνους. Η «εμβρυική θεωρία της ινσουλίνης» υποστηρίζει με αυτόν τον τρόπο πως οι κληρονομούμενες γονιδιακές βλάβες, που οδηγούν σε ινσουλινοαντίσταση, σχετίζονται με το μέγεθος του μωρού και με τον κίνδυνο για διαβήτη τύπου 2. Την θεωρία αυτή φαίνεται να την ενισχύει και πρόσφατη ελληνική μελέτη του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου (Genesis study), η οποία διαπίστωσε πως το μικρό μέγεθος του νεογνού, η έλλειψη της πρακτικής του αποκλειστικού θηλασμού, αλλά και το αυξημένο βάρος των γονέων μπορούν να προβλέψουν το υπέρβαρο στην βρεφική ηλικία.

Η ινσουλινοαντίσταση ωστόσο είναι μόνον ένα, επικίνδυνο για την υγεία, χαρακτηριστικό. Αν συνδυαστεί με υψηλά επίπεδα τριγλυκεριδίων, χαμηλά επίπεδα «καλής χοληστερόλης» και υπέρταση δημιουργεί μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται ως μεταβολικό σύνδρομο και θεωρείται πρόδρομος του διαβήτη τύπου 2 και της αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου. Σε ποιον βαθμό όμως υπάρχει και στα παιδιά το μεταβολικό σύνδρομο; Τα υπάρχοντα δεδομένα δεν έχουν καθορίσει σαφή κριτήρια για την διάγνωσή του στα παιδιά.

Το ολοένα αυξανόμενο μέγεθος των μερίδων και ο ελάχιστος ελεύθερος χρόνος των παιδιών είναι δύο από τους πολλούς παράγοντες του προβλήματος

Πολύ πρόσφατη ελληνική μελέτη σε τετρακόσια είκοσι ελληνόπουλα βρήκε πως ο επιπολασμός του μεταβολικού συνδρόμου ήταν υψηλός, ενώ μια δεύτερη μελέτη στην νοτιοανατολική Αττική βρήκε πως ένα στα τέσσερα παχύσαρκα παιδιά και εφήβους παρουσιάζει ενδείξεις πρόωρου μεταβολικού συνδρόμου. Η ελληνική μελέτη Children διαπίστωσε επίσης πως, σε παιδιά σχολικής ηλικίας στην Ελλάδα, η κοιλιακή παχυσαρκία ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του μεταβολικού συνδρόμου, ενώ η παχυσαρκία των γονέων και το ιστορικό διαβήτη συσχετίστηκαν θετικά με την εμφάνιση μεταβολικού συνδρόμου στους απογόνους. Ακόμη όμως και σε παιδιά προσχολικής ηλικίας, το ποσοστό των υπέρβαρων παιδιών ήταν πολύ μεγάλο, και το βάρος των γονέων τους, η υποεκτίμηση του βάρους τους από τους γονείς και ο επακόλουθος υπερσιτισμός τους κατά την διάρκεια των πρώτων έξι μηνών, προκειμένου να αναπληρώσουν πιθανό χαμένο χρόνο ανάπτυξης, αποτελούσαν παράγοντες κινδύνου εμφάνισης μελλοντικής παχυσαρκίας, όπως φάνηκε από την μελέτη Genesis του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου.

Έτσι, όλοι οι επαγγελματίες υγείας θα πρέπει να βρίσκονται σε εγρήγορση, καθώς το φαινόμενο έχει πάρει ανησυχητικές διαστάσεις. Ανησυχητικά ήταν επίσης τα ευρήματα μιας άλλης ελληνικής μελέτης, η οποία βρήκε αυξημένο επιπολασμό αρτηριακής υπέρτασης σε ελληνόπουλα από την Βόρεια Ελλάδα. Κάτι που επίσης έχει αποδειχθεί είναι ότι η συσσώρευση ενδοκοιλιακού λίπους στα παιδιά μπορεί να προβλέψει τα επιμέρους συστατικά του μεταβολικού συνδρόμου (δυσλιπιδαιμία, αρτηριακή πίεση). Ο κυριότερος δείκτης συσσώρευσης ενδοκοιλιακού λίπους είναι η περιφέρεια μέσης, ενώ, επίσης, μία ακόμη ελληνική μελέτη ανίχνευσε δυσμενή λιπιδαιμικά προφίλ και αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο σε παχύσαρκα παιδιά. Το τελικό συμπέρασμα για τους μικρούς φίλους μας είναι πως, αν έχουν μεγάλη περιφέρεια μέσης, είναι πολύ πιθανό να έχουν και μεταβολικό σύνδρομο με όλες τις προαναφερθείσες δυσάρεστες συνέπειες.

Αν κάποιος, όμως, ήθελε να εξετάσει τον ρόλο της διατροφής στην εμφάνιση της παιδικής παχυσαρκίας, θα διαπίστωνε πως η πρόσληψη πρωτεΐνης κατά την διάρκεια των πρώτων μηνών μετά την γέννηση έχει συσχετισθεί με μεγαλύτερο βάρος και αυξημένη ποσότητα σωματικού λίπους, καθώς και ότι ο θηλασμός συσχετίζεται με χαμηλότερο κίνδυνο υπέρβαρου ή παχυσαρκίας στην ενήλικη ζωή. Επίσης, έχει παρατηρηθεί ότι τα βρέφη που τρέφονται με υποκατάστατα γάλακτος λαμβάνουν μεγαλύτερα ποσά ενέργειας και πρωτεΐνης.

Η ελληνική μελέτη Genesis από το Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο βρήκε πως τα υπέρβαρα παιδιά ή τα παιδιά που είχαν αυξημένη πιθανότητα να είναι υπέρβαρα προσλάμβαναν μεγαλύτερη ποσότητα ενέργειας, πρωτεΐνης και λίπους. Η γευστικότητα και η ενεργειακή πυκνότητα των τροφίμων επηρεάζουν την παιδική διατροφική συμπεριφορά: με άλλα λόγια, την συχνότητα και την ποσότητα των καταναλισκόμενων γευμάτων. Μια λύση σε αυτό το πρόβλημα είναι τα παιδιά να καταναλώνουν φρούτα, λαχανικά και σούπες, τα οποία είναι τροφές με χαμηλή ενεργειακή πυκνότητα και υψηλή ικανότητα κορεσμού. Προς την κατεύθυνση της υιοθέτησης υγιεινών προτύπων από τα παιδιά σχολικής ηλικίας στράφηκε και μια πρόσφατη ελληνική μελέτη παρέμβασης, η οποία εφάρμοσε εκπαιδευτικό πρόγραμμα υγιεινής διατροφής διάρκειας έξι μηνών σε εκατόν δεκαεπτά μαθητές της Βόρειας Ελλάδας, ηλικίας οκτώ έως δώδεκα ετών, και διαπίστωσε πως μετά την λήξη του τα υπέρβαρα παιδιά κυρίως βελτίωσαν τις διατροφικές τους συνήθειες, αυξάνοντας την ποσότητα των προσλαμβανόμενων υδατανθράκων και μειώνοντας την ποσότητα του λίπους που κατανάλωναν. Επιπροσθέτως, μετά το πρόγραμμα, τα παιδιά αύξησαν την φυσική τους δραστηριότητα.

Η παιδική παχυσαρκία προβληματίζει την διεθνή κοινότητα ακόμη και μέσα από τον κινηματογράφο

Τα φρούτα και τα λαχανικά είναι τροφές με χαμηλή ενεργειακή πυκνότητα και υψηλή ικανότητα κορεσμού

Ένα άλλο σημαντικό κεφάλαιο της παιδικής παχυσαρκίας είναι η κατανάλωση αναψυκτικών από τα παιδιά. Εκείνο που έχει φανεί ώς τώρα είναι πως, παρά την υψηλή κατανάλωση αναψυκτικών, τα παιδιά δεν μειώνουν αντιστοίχως τον αριθμό των γευμάτων, με αποτέλεσμα να δημιουργείται θετικό ενεργειακό ισοζύγιο και περίσσεια θερμίδων. Υπάρχει όμως και η κατηγορία των αναψυκτικών που, εξαιτίας του γεγονότος ότι περιλαμβάνουν σιρόπι καλαμποκιού υψηλής περιεκτικότητας σε φρουκτόζη, μπορούν να παίζουν ρόλο στην αύξηση του βάρους, εφόσον επηρεάζουν την λιπογένεση, την έκκριση της ινσουλίνης και την παραγωγή λεπτίνης (ορμόνης του λιπώδους ιστού). Εκτός από τα αναψυκτικά, ρόλο στην εφηβική παχυσαρκία φαίνεται να παίζει και η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, όπως έδειξε ελληνική μελέτη που πραγματοποιήθηκε στην Τήνο. Η παχυσαρκία, με βάση την μελέτη αυτή, ήταν υψηλότερη ανάμεσα στους έφηβους που έπιναν, και είναι αξιοσημείωτο ότι η κατανάλωση αλκοόλ ολοένα και αυξάνεται στις τάξεις των εφήβων. Σε όλα αυτά έρχονται να προστεθούν τα ευρήματα μίας άλλης ελληνικής μελέτης, βάσει των οποίων η υπερκατανάλωση αλατισμένων και γλυκών τροφίμων από τα παιδιά συσχετίστηκε με αυξημένα επίπεδα αρτηριακής πίεσης μέσω της αύξησης του σωματικού βάρους.

Το ολοένα αυξανόμενο μέγεθος των μερίδων (σνακ, αναψυκτικά, φαστ φουντ), η εύκολη προσβασιμότητα των ταχυφαγείων, ο ελάχιστος ελεύθερος χρόνος, ο καθιστικός τρόπος παιγνιδιού, η κατανάλωση φαγητού επί μεγάλο χρονικό διάστημα μπροστά στην τηλεόραση, η προβολή ανθυγιεινών προϊόντων από τις διαφημίσεις, η τάση για μεγαλύτερη κατανάλωση φαγητού σε εστιατόρια, η παράλειψη του πρωινού γεύματος,* τα φτωχά σε θρεπτικά συστατικά και πλούσια σε αλάτι και κορεσμένα λιπαρά μενού των σχολικών κυλικείων είναι παράγοντες που έχουν συσχετιστεί με ανθυγιεινές συμπεριφορές και υπερβολική πρόσληψη λίπους και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη.

Ο μακρόκοσμος και το περιβάλλον επηρεάζουν τον μικρόκοσμο του οργανισμού, ο οποίος προσαρμόζει την όρεξη με ένα πολύπλοκο δίκτυο ορμονών και νευροδιαβιβαστών που μεταφέρουν σήματα και εντολές από το γαστρεντερικό σύστημα στον εγκέφαλο και αντιστρόφως. Απαιτούνται τουλάχιστον τριάντα λεπτά για να παρατηρηθούν στο αίμα αλλαγές των επιπέδων των ορμονών που ρυθμίζουν την όρεξη. Έτσι, αν ένα παιδί καταναλώνει το γεύμα μέσα σε δεκαπέντε λεπτά, δεν παρέχει στον οργανισμό του τον απαιτούμενο χρόνο για να προσαρμοστεί και να νιώσει το αίσθημα κορεσμού, με πιθανότερο αποτέλεσμα την μετέπειτα αθρόα εισροή θερμίδων την στιγμή που το γεύμα θα έπρεπε να είχε τερματιστεί. Ελληνική μελέτη διαπίστωσε πως τα αγόρια τρώνε γρηγορότερα σε σχέση με τα κορίτσια, πράγμα το οποίο και δικαιολογεί το εύρημα μιας άλλης ελληνικής μελέτης, ότι δηλαδή υπάρχει υψηλότερο ποσοστό υπέρβαρου στα αγόρια σε σχέση με τα κορίτσια. Τα τελευταία φάνηκε πως είναι πιο επιρρεπή σε διατροφικές παρεκτροπές όταν είναι συναισθηματικώς φορτισμένα.

Το υπερβολικό βάρος δημιουργεί μυοσκελετικά προβλήματα στο σώμα των εφήβων

Το ενθαρρυντικό στοιχείο που φάνηκε μέσα από τις ελληνικές μελέτες σε αυτό το συνέδριο είναι πως, παρά την αύξηση των υπέρβαρων και παχύσαρκων παιδιών στην Ελλάδα, ο μεσογειακός τρόπος διατροφής παραμένει το πρότυπο επιλογής των νέων. Ειδικότερα, οι περισσότεροι έφηβοι καταναλώνουν ως κύριο διατροφικό λίπος το ελαιόλαδο στην μαγειρεμένη του μορφή. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με την κατανάλωση των ω-3 λιπαρών οξέων, τα οποία απαντώνται κυρίως στα ψάρια. Η ελληνική μελέτη στην Τήνο έδειξε πως τα παιδιά του νησιού δεν κατανάλωναν ψάρια, ενώ ταυτόχρονα είχαν αυξημένο βάρος. Σημειώνεται πως τα ψάρια αποτελούν βασικό τρόφιμο της μεσογειακής διατροφής και πως ο καρδιοπροστατευτικός τους ρόλος έχει διασταυρωθεί από πολλές μελέτες. Δεν πρέπει, παρ’ όλα αυτά, να λησμονούμε το γεγονός πως ήδη οι έφηβοί μας έχουν ενσωματώσει τα τρανς λιπαρά οξέα στην διατροφή τους μέσα από την κατανάλωση φαστ φουντ, γλυκών και πρόχειρων γευμάτων. Η μελέτη της Τήνου έδειξε πως αρκετά από τα ελληνόπουλα του νησιού έτρωγαν λιγότερα από τρία γεύματα την ημέρα, δεν κατανάλωναν πρωινό γεύμα και στο σχολείο δεν έτρωγαν τίποτα. Κάποια άλλα έπιναν μόνο γάλα για πρωινό. Τα περισσότερα, μάλιστα, κατανάλωναν γλυκά περισσότερες από τρεις φορές την ημέρα, ενώ έτρωγαν γρήγορα μπροστά στην τηλεόραση ή στον υπολογιστή.

Συμπερασματικά, θα λέγαμε πως το φαινόμενο της παχυσαρκίας έχει τέτοια διεισδυτικότητα, ώστε κατάφερε να αλώσει μέχρι και τις νεότερες και ευαίσθητες τάξεις του πληθυσμού μας. Ειδικά στην Ελλάδα, την χώρα της μεσογειακής διατροφής, με τις τόσες ευεργετικές επιδράσεις για την υγεία, είναι ανεπίτρεπτο να έχουμε φτάσει στο σημείο του πληθυσμιακού συναγερμού σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο φαινόμενο. Θα χρειαστεί μια άριστη συνεργασία μεταξύ των υπουργείων και των διάφορων επιστημονικών φορέων αν θέλουμε να επιτευχθεί κάτι ουσιαστικό. Δεν αρκούν μόνον οι προσπάθειες της Ελληνικής Εταιρείας Παχυσαρκίας με παρεμβάσεις στα σχολεία και στο ευρύ κοινό. Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Διαιτολόγων και ο Πανελλήνιος Σύλλογος Νοσοκομειακών Διαιτολόγων θα πρέπει να δραστηριοποιηθούν όχι σε κάποιο γενικό πλαίσιο ή ανεξάρτητα, αλλά συντονισμένα να εναρμονιστούν με το συνολικό εγχείρημα της αντιμετώπισης της παιδικής παχυσαρκίας. Το κράτος, από την πλευρά του, θα πρέπει να δείξει την απαραίτητη διάθεση για συνεργασία.

40-43