Ειδήσεις του ιδρύματος
ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΑΩ - ΤΕΥΧΟΣ 38 - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2007 ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΕΥΧΟΣ 38 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2007
περιεχόμενα τεύχους επικοινωνήστε μαζί μας !
Κλασικές μνήμες
στην σύγχρονη ελληνική τέχνη
της Λήδας Μπουζάλη

Επάνω αριστερά: Θόδωρος Παπαδημητρίου,  Επιτάφιος II (1964), ορείχαλκος, 83 x 65 x 83 εκ., Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου

H ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗΣ «ΚΛΑΣΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ ΣΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΗ», Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΜΕ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΧΟΡΗΓΙΑ ΤΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΩΝΑΣΗ ΚΑΙ ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΣΤΟ CAPITAL MUSEUM ΤΟΥ ΠΕΚΙΝΟΥ, ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΚΑΙ ΠΙΟ ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΗΣ ΚΙΝΕΖΙΚΗΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ, ΕΓΚΑΙΝΙΑΣΕ ΜΕ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΕΤΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΗΝ ΚΙΝΑ ΕΝΟΨΕΙ ΤΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΤΟΥ 2008.

Νίκος Νικολάου, Αρμένισσα (1948), τέμπερα σε χαρτί, 70 x 50 εκ., Ιδιωτική συλλογή

Η έκθεση έκλεισε τον κύκλο της έπειτα από έναν μήνα παρουσίας, αφού συγκέντρωσε τα θετικά σχόλια του καλλιτεχνικού και του διπλωματικού κόσμου και δέχθηκε πάνω από είκοσι χιλιάδες επισκέπτες. Στην συνέχεια, ταξίδεψε πίσω στην Ελλάδα, στην Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, όπου, εμπλουτισμένη, εγκαινιάστηκε στις 10 Δεκεμβρίου 2007 από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κάρολο Παπούλια. Την επιμελήθηκε η διευθύντρια Συλλογών και Μουσειολογικού Προγραμματισμού της Εθνικής Πινακοθήκης, δρ Όλγα Μεντζαφού-Πολύζου. Παρουσιάστηκαν εξήντα τρία έργα σύγχρονης ελληνικής τέχνης, τα οποία προέρχονται από την Εθνική Πινακοθήκη και από συλλογές ιδιωτών, μουσείων και ιδρυμάτων. Αξίζει να σημειωθεί ότι με την ίδια έκθεση είχε εγκαινιαστεί η λειτουργία του Πολιτιστικού Κέντρου του θυγατρικού Ιδρύματος Ωνάση στην Νέα Υόρκη τον Οκτώβριο του 2000.

Τα εγκαίνια της έκθεσης στην κινεζική πρωτεύουσα τέλεσε ο υπουργός Πολιτισμού Μιχαήλ Λιάπης, παρουσία του πρέσβη της Ελλάδας στην Κίνα, Μιχαήλ Καμπάνη, του προέδρου του Ιδρύματος Ωνάση, Αντώνη Παπαδημητρίου, καθώς και της διευθύντριας της Εθνικής Πινακοθήκης, Μαρίνας Λαμπράκη-Πλάκα. Στην λαμπρή τελετή παρευρέθησαν ο υπουργός Πολιτισμού της Κίνας, ο γενικός γραμματέας του Υπουργείου Πολιτισμού της Κίνας, ο πρόεδρος και ο γενικός διευθυντής του Capital Museum, αλλά και πολλοί ακόμη Κινέζοι επίσημοι, οι οποίοι μίλησαν με τα θερμότερα λόγια για την έκθεση και δήλωσαν ότι προσβλέπουν σε περαιτέρω συνεργασία με το Ίδρυμα Ωνάση στον πολιτιστικό τομέα. Οι αίθουσες του Μουσείου, ένας ιδανικός χώρος τριών χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων, ήταν κατάμεστες κατά τον ένα μήνα που διήρκεσε η έκθεση, η διοργάνωση της οποίας χαρακτηρίστηκε υποδειγματική.

Γιάννης Μόραλης, Επιτύμβια σύνθεση (1958), αυγό και λάδι σε χάρντμπορντ, 107 x 78 εκ., Εθνική Πινακοθήκη και Mουσείο Aλεξάνδρου Σούτζου

«Η έκθεση προσφέρει μια διαισθητική απάντηση στο πρόβλημα της προσέγγισης από την Ελλάδα του πολιτισμού της Κίνας, ενός πολιτισμού εξίσου -εάν όχι περισσότερο- αρχαίου, τόσο κοντινού, αλλά και τόσο μακρινού», είπε στην ομιλία του ο Αντώνης Παπαδημητρίου. «Οι πίνακες που παρουσιάστηκαν, επίλεκτων, θα έλεγα ‘‘κλασικών’’, σύγχρονων Ελλήνων ζωγράφων, κοιτάζουν ταυτόχρονα μπροστά στο μέλλον και πίσω στο παρελθόν. Η φαινομενική απλότητα της προσέγγισης των δύο χρονικά ακραίων ορίων της έμπνευσής τους […] δίνει στον σύγχρονο άνθρωπο, αυτόν που έχει ζήσει την παγκοσμιοποίηση, που έχει εκτεθεί σε όλες τις αλληλοσυγκρουόμενες και αντιφατικές ροπές που διακρίνουν την εποχή μας, ένα σταθερό σημείο αναφοράς. Όπως ο Παρθενώνας μέσα στην ιδανική μορφή του μένει σταθερός, κοιτάζοντας τους αιώνες να παρέρχονται», κατέληξε ο πρόεδρος του Ιδρύματος, «έτσι και ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός παραμένει σταθερός και τηρεί τους κανόνες με τους οποίους κρίνεται το σήμερα, θυμίζοντας το θαύμα της Δημοκρατίας και ότι η μεγάλη Τέχνη απαιτεί ελεύθερους ανθρώπους».

«Η έκθεση ‘‘Κλασικές μνήμες στην σύγχρονη ελληνική τέχνη’’», ανέφερε ο υπουργός Πολιτισμού εγκαινιάζοντας την έκθεση, «έδωσε την ευκαιρία στους Κινέζους φίλους της Ελλάδας να γνωρίσουν μερικούς από τους εξοχότερους Έλληνες δημιουργούς του 20ού αιώνα. […] Το χρυσοφόρο κοίτασμα της αρχαίας τέχνης αποτέλεσε μια πρόκληση για τους νεότερους  Έλληνες καλλιτέχνες. Μια πρόκληση που τους γοήτευε και ταυτόχρονα τους απωθούσε και τους φόβιζε. […] Είναι λοιπόν ενδιαφέρον να δούμε πότε οι νεότεροι Έλληνες καλλιτέχνες ξεπέρασαν τους δισταγμούς τους και άρχισαν να διαλέγονται με τον κλασικό κόσμο, τους γοητευτικούς μύθους του και τις μορφές του, και πώς έφθασε η εικόνα τους στα έργα τους μέσα από την διάθλαση της μοντέρνας ευαισθησίας. Η έκθεση αυτή», κατέληξε ο Μιχάλης Λιάπης, «επιχείρησε να δώσει απάντηση σε αυτή την απορία. Και είναι μια απάντηση γεμάτη αποκαλύψεις και εκπλήξεις».

Αριστερά: Γιώργος Λαζόγκας,  Νίκη (1992), ακρυλικό, 142 x 142 εκ., Συλλογή Θόδωρου Βενετσάνου
Δεξιά: Παναγιώτης Τέτσης,  Μπαλκόνια (λεπτομέρεια) (1960-1961), λάδι σε μουσαμά, 161 x 80 εκ., Μουσείο Νεοελληνικής Τέχνης Δήμου Ροδίων

«Ευτυχή συγκυρία» χαρακτήρισε η Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα το γεγονός ότι οι δύο διαδοχικές Ολυμπιάδες -της Αθήνας το 2004 και του Πεκίνου το 2008- δημιουργούν μια πνευματική γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσα στους δύο αρχαιότερους και υψηλότερους πολιτισμούς του κόσμου, της Κίνας και της Ελλάδας. Η έκθεση απαντά στο ερώτημα πώς οι νεότεροι Έλληνες δημιουργοί εμπνεύστηκαν από αυτόν τον απέραντο πλούτο, σύμφωνα με το πνεύμα της μοντέρνας τέχνης και τις προσωπικές τους αναζητήσεις. «Η συνομιλία της νεότερης ελληνικής τέχνης με την Κλασική Αρχαιότητα δεν υπήρξε ούτε απλή ούτε αυτονόητη», εξήγησε στην ομιλία της. Η συνεχής συμβίωση με τα ερείπια της Αρχαιότητας και η επιβίωση στοιχείων του κλασικού κόσμου έως τους νεότερους χρόνους μέσω της παράδοσης λειτουργούσαν ως βάση διαλόγου των καλλιτεχνών με την Αρχαιότητα αλλά και ως πηγή εντάσεων. Όπως επεσήμανε στην συνέχεια η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης, η δημιουργία του ελεύθερου ελληνικού κράτους, το 1830, έθεσε σε νέες βάσεις τον διάλογο των Ελλήνων με την κλασική κληρονομιά τους. Ο νεοκλασικισμός ήταν το κυρίαρχο ύφος στην Ευρώπη, ενώ ο ρομαντισμός πυροδότησε ένα νέο πάθος για την Ελλάδα, την Αρχαία και την Νέα. «Παρά τις ευνοϊκές ιστορικές συγκυρίες, ο Ακαδημαϊσμός της Σχολής του Μονάχου, που κυριάρχησε στην ζωγραφική του 19ου αιώνα, στην Ελλάδα, δεν διέθετε τις προϋποθέσεις για έναν ουσιαστικό διάλογο με την Αρχαιότητα. Θα πρέπει να περιμένουμε το τέλος του 19ου αιώνα για να συναντήσουμε στην ώριμη, την συμβολιστική φάση της ζωγραφικής του Νικόλαου Γύζη, μια γεμάτη ένταση αναβίωση του πνεύματος και της μορφής της αρχαίας τέχνης.

Αριστερά: Οι Κινέζοι επισκέπτες γνώρισαν από κοντά τα έργα των κορυφαίων Ελλήνων καλλιτεχνών, όπως το Άρμα (1969) του Χρήστου Καπράλου
Δεξιά: Στιγμιότυπο από τα εγκαίνια της έκθεσης τον Δεκέμβριο στην Εθνική Πινακοθήκη. Διακρίνονται ο υπουργός Πολιτισμού Μιχάλης Λιάπης, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας, η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα και ο ­πρόεδρος του Ιδρύματος Ωνάση, Αντώνης Παπαδημητρίου.

»Η ώρα της Αρχαιότητας έμελλε να φτάσει στην Ελλάδα την περίοδο του Μεσοπολέμου, ακολουθώντας μια πανευρωπαϊκή στροφή της τέχνης προς την παράδοση. Οι ίδιοι οι ρηξικέλευθοι επαναστάτες, με προεξάρχοντα τον Πάμπλο Πικάσο, στρέφονται προς την Κλασική Αρχαιότητα τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. […] Ενθαρρυμένοι από αυτή την ευρωπαϊκή στροφή της τέχνης, οι Έλληνες καλλιτέχνες θα επανασυνδεθούν με την προγονική τους κληρονομιά».

Επάνω: Ο Αντώνης Παπαδημητρίου, η Φάνη Πάλλη-Πετραλιά, ο Μιχάλης Λιάπης και η Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα
Κέντρο: Ο Αντώνης Παπαδημητρίου κατά την ομιλία του στα εγκαίνια της έκθεσης στο Πεκίνο
Κάτω: Άποψη της κεντρικής εισόδου της έκθεσης

Στο έργο του Κωνσταντίνου Παρθένη (1878-1967) «ανιχνεύουμε μια αλχημική κράση αρχαίων και βυζαντινών πηγών». Ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας (1906-1994), επιστρέφοντας στην Ελλάδα από το Παρίσι, «δημιουργεί έναν ηλιοτροπικό, μεσογειακό, πάμφωτο κυβισμό που μπορεί να ξεδιπλώσει πάνω στην ζωγραφική επιφάνεια τους μελωδικούς ρυθμούς της αρχιτεκτονικής των ελληνικών νησιών ή να ενσωματώσει μέσα στις ξερολιθιές τα παγανιστικά πνεύματα της αρχαίας μυθολογίας».

Στο έργο του Εγγονόπουλου (1907-1985) «συνυπάρχουν και συνοικούν -σουρεαλιστική αδεία- θεοί και ήρωες της Αρχαιότητας με βυζαντινούς αγίους και με θρυλικούς ήρωες της νεότερης ιστορίας μας». Ο Γιάννης Τσαρούχης (1910-1989) «μετεωρίστηκε ανάμεσα σε δύο παραδόσεις: την ανατολική, την βυζαντινή, και την δυτική, την αναγεννησιακή. Η θεματογραφία του, όπου πρωταγωνιστούν οι ωραίοι έφηβοι και το ανδρικό γυμνό, απαλλαγμένο από την χριστιανική ενοχή, συναντά αυθόρμητα το αρχαίο παγανιστικό πνεύμα».

Οι προσωπογραφίες του Γιάννη Μόραλη (1918- ), κατά τα χρόνια της Κατοχής και την πρώτη μεταπολεμική περίοδο, «ζωγραφισμένες με τέλεια τεχνική και με λανθάνουσες γεωμετρικές σχηματοποιήσεις […] ασκούν στον θεατή την ίδια υπνωτιστική μαγγανεία με τα νεκρικά προσωπεία του Φαγιούμ. Στην δεκαετία του ’50, ο λανθάνων κλασικισμός του θα κυριαρχήσει σε ένα ύφος που αντλεί την έμπνευσή του από τις αρχαίες επιτύμβιες στήλες και τις τοιχογραφίες της Πομπηίας».

Από τις αρχαίες τοιχογραφίες, τα φαγιούμ και την αγγειογραφία εμπνέεται και ο Νίκος Νικολάου (1909-1986), ενώ «κληρονόμος και συνεχιστής της Γενιάς του Τριάντα, ο Αλέκος Φασιανός (1935- ) δημιουργεί τους δικούς του μορφικούς κώδικες για να εκφράσει τις ιδεολογικές εμμονές των προκατόχων του: ελληνοκεντρισμός, ενσωμάτωση των διδαγμάτων της μοντέρνας τέχνης, μνημείωση της λαϊκής καθημερινότητας».

Ο Δημήτρης Μυταράς (1934- ) και ο Χρήστος Καράς (1930- ) εντάσσουν εικόνες αρχαίων αγαλμάτων στις συνθέσεις τους. Ο Σωτήρης Σόρογκας (1936- ) «καταφεύγει στην Αρχαιότητα για να τονίσει τα υπαρξιακά ερωτήματα που θέτει η ζωγραφική του» και ο Πάρις Πρέκας «εμπνέεται τόσο από τα σχηματοποιημένα άλογα της αρχαϊκής τέχνης όσο και από τον ελεύθερο καλπασμό των αλόγων της παναθηναϊκής πομπής στην ζωοφόρο του Παρθενώνα».

Ο Γιώργος Λαζόγκας (1945- ) «εμπνεύστηκε μια σειρά από πίνακες από την ταραγμένη πτυχολογία της Νίκης της Σαμοθράκης». Ο Σαράντης Καραβούζης   (1938- ), στην «μεταφυσική ζωγραφική του», χρησιμοποίησε τους κώδικες του Τζόρτζιο ντε Κίρικο με τελείως προσωπικό τρόπο. Ο Αχιλλέας Δρούγκας (1940- ) «κρυστάλλωσε τις διαυγείς εικόνες του μέσα στο κλίμα του υπερρεαλισμού», συμμετέχοντας στην έκθεση με το έργο Ολυμπιακό Πνεύμα. Στο έργο του Τάσου Χριστάκη (1949- ) το οποίο παρουσιάστηκε στην έκθεση, «ένα άθυρο νεοκλασικό κτίσμα, ανάμεσα σε οίκο και μαυσωλείο, φωτισμένο από ένα αθέατο φεγγάρι, παραπέμπει σε μια νεκρή Αρχαιότητα». Η Αρχαιότητα αντιπροσωπεύεται από τα κιονόκρανα τριών ρυθμών στην μεταμοντέρνα κατασκευή του Παναγιώτη Τανιμανίδη (1957- ).

Όπως εξήγησε στην ομιλία της η Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, η ελληνική γλυπτική αντιπροσωπεύθηκε στην έκθεση από λίγους καλλιτέχνες, λόγω των δυσκολιών στην μεταφορά και του περιορισμένου χώρου. Παρουσιάστηκαν τα έργα του Χρήστου Καπράλου (1909-1993) Άρμα και Κένταυρος, ο ορειχάλκινος Επιτάφιος ΙΙ του γλύπτη Θόδωρου (Παπαδημητρίου) (1931- ), ο Κούρος και η Καθιστή μορφή του Ιωάννη Αβραμίδη (1922- ), το τρίπτυχο Αίνιγμα του Παρράσιου του Χρήστου Μποκόρου (1956- ) και ο αναπαυόμενος Απόλλων του Άγγελου Παπαδημητρίου (1952- ).

«Η γειτνίαση των αριστουργημάτων της Κλασικής Αρχαιότητας με τα έργα των νεότερων Ελλήνων καλλιτεχνών συνιστά ριψοκίνδυνη πρόκληση. Ο επισκέπτης θα κρίνει αν οι μακρινοί απόγονοι του Φειδία αντέχουν το βάρος και την ευθύνη αυτής της κληρονομιάς. Εμείς το πιστεύουμε», κατέληξε η Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα.

Η έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη θα διαρκέσει έως τις 18 Φεβρουαρίου 2008.

22-27