Διάλεξη
ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΑΩ - ΤΕΥΧΟΣ 37 - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2007 ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΕΥΧΟΣ 37 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2007
περιεχόμενα τεύχους επικοινωνήστε μαζί μας !
H επινόηση
της κληρονομιάς:
Πρόσφατες αστικές παρεμβάσεις
στην Ευρώπη και την Λατινική Αμερική

του Αλφόνσο
Βαλενθουέλα-Αγκιλέρα,

επισκέπτη-ερευνητή στο Ινστιτούτο Πολεοδομίας και Χωροταξίας του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϋ

Απόδοση-επιμέλεια:
Λήδα Μπουζάλη

Η σύγχρονη πόλη υφίσταται μια διαδικασία λειτουργικής εξειδίκευσης με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς της μέσα στο σύστημα της αγοράς. Προκειμένου να δραστηριοποιηθεί εκ νέου ο οικονομικός ιστός και να εξασφαλιστεί η κοινωνική συνοχή είναι απαραίτητη η ανάπτυξη νέων κέντρων μέσα στην πόλη.

Τα κέντρα αυτά αποτελούν στρατηγικά ορόσημα και περικλείουν τα κυριότερα πολιτιστικά στοιχεία, ώστε να χρησιμεύσουν ως σημεία εκκίνησης των προγραμμάτων αναζωογόνησης των πόλεων με ταυτόχρονη προστασία του δομημένου περιβάλλοντος. Αν και τα προγράμματα αυτού του είδους δεν είναι νέα, υπάρχουν πρόσφατες ενδείξεις ότι μπορούν να λειτουργήσουν ως παραδείγματα «έξυπνης ανάπτυξης» εφαρμόζοντας στρατηγικές ένταξης των πλουτοπαραγωγικών πηγών μιας πόλης στο πλαίσιο της παγκόσμιας αγοράς επενδύσεων.

Οι στρατηγικές αυτές συνήθως επικεντρώνονται στην οικονομική επαναδραστηριοποίηση συγκεκριμένων περιοχών παραμελώντας την δημιουργία θέσεων εργασίας και την συμμετοχή των πολιτών στον προσδιορισμό των προτεραιοτήτων των προγραμμάτων. Οι σύγχρονες πόλεις είναι προσανατολισμένες σε διαδικασίες μακροοικονομικής παγκοσμιοποίησης, όπου η γεωγραφική θέση των επενδύσεων αναδεικνύεται σε αποφασιστικό παράγοντα για την μελλοντική ανάπτυξη των μητροπολιτικών περιοχών. Υπό το πρίσμα αυτό, βασική επιδίωξη των τοπικών αρχών αποτελεί ο προγραμματισμός ενός περιορισμένου αριθμού στρατηγικών στόχων, γύρω από τους οποίους περιστρέφονται τα χρηματοοικονομικά, τεχνικά και διοικητικά μέσα υλοποίησης της οικονομικής στρατηγικής της πόλης.

Ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις έχει αποδειχθεί ότι η οικονομική επαναδραστηριοποίηση δεν επαρκεί για να διατηρήσει τις κοινωνικές δομές, ιδιαίτερα δε όταν αναδεικνύονται οι διαφορές και τα χάσματα που αποτελούν εγγενή στοιχεία κάθε περιοχής, εμποδίζοντας την δημιουργία γερών θεμελίων τα οποία θα εξασφάλιζαν την βιώσιμη ανάπτυξη των πόλεων. Οι πόροι, οι υποδομές και οι υπηρεσίες συγκεντρώνονται σε συγκεκριμένα σημεία, αφήνοντας έξω από το αναπτυξιακό σχέδιο ευρύτατες «μη στρατηγικές» περιοχές.

Αριστερά: Η περιοχή Θιουτάτ Βέλλα με το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Βαρκελώνης
Δεξιά: Οικιστική αναμόρφωση και δημόσιοι χώροι

Η βιωσιμότητα καθίσταται βασική προτεραιότητα των στρατηγικών αστικής ανάπτυξης, καθώς αποτελεί μέσο πρόληψης και αποτροπής κοινωνικών συγκρούσεων στο άμεσο μέλλον. Η αντίληψη της κοινωνικής διάστασης ως σημείου εκκίνησης για την χάραξη αστικής πολιτικής αποτελεί πλέον τον άξονα εφαρμογής στρατηγικών σε χώρες όπως είναι η Γαλλία, η Ολλανδία, η Ιταλία και η Ισπανία, οι οποίες προωθούν την δημιουργία και την ενίσχυση νέων κέντρων, αλλά και την ανάδειξη μιας κοινοτικής ταυτότητας [communitarian identity].

Η δημιουργία μιας «πόλης μέσα στην πόλη» συγκαταλέγεται στις πιο καινοτομικές πρωτοβουλίες των τελευταίων ετών και εφαρμόζεται με μέσα όπως είναι η αξιοποίηση ελεύθερων χώρων και η πύκνωση του υφιστάμενου αστικού ιστού. Συχνά, κατά την υλοποίηση των σχετικών προγραμμάτων, πρέπει να αντιμετωπιστούν ισχύουσες πολιτικές οι οποίες περιορίζουν ή και αντιβαίνουν στην δυνατότητα επιτυχίας των παρεμβάσεων, δεδομένου ότι οι στόχοι της δικαιοσύνης και της αποτελεσματικότητας δεν ταυτίζονται πάντοτε με την δυναμική της αγοράς ακινήτων. Τα δύο επόμενα παραδείγματα αποτελούν πρόσφατες περιπτώσεις όπου εφαρμόστηκε μια σφαιρική προσέγγιση ανάπλασης του κέντρου της πόλης.

Η Πλατεία Ρεάλ της Βαρκελώνης

Βαρκελώνη: Πρόγραμμα Θιουτάτ Βέλλα (Ciutat Vella)
Η πόλη της Βαρκελώνης έθεσε σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα ευρείας κλίμακας με σκοπό την ριζική ανανέωση της κεντρικής περιοχής Θιουτάτ Βέλλα, στο πλαίσιο του οποίου ακολούθησε μια διαδικασία αστικής, οικονομικής και κοινωνικής ανάπλασης. Η Θιουτάτ Βέλλα περιλαμβάνει την Γοτθική Συνοικία, το Ραβάλ, το Κασκ Αντίκ και την Μπαρθελονέτα, καθεμιά με τις δικές της ιδιαιτερότητες αλλά και με πρόσφατο παρελθόν υποβάθμισης. Πριν από την εφαρμογή του προγράμματος, το δομημένο περιβάλλον των περιοχών αυτών αντανακλούσε άμεσα τόσο την περιορισμένη οικονομική δραστηριότητα όσο και την έλλειψη επενδύσεων.

Έπειτα από την τάση αποκέντρωσης που εκδηλώθηκε κατά την δεκαετία του ’80, οι περιφερειακές αρχές και η τοπική αυτοδιοίκηση ανακήρυξαν το 1986 την Θιουτάτ Βέλλα «Περιοχή Πλήρους Αποκατάστασης», με κεντρικό στόχο την διατήρηση του σύνθετου χαρακτήρα του αστικού συστήματος μέσα από την ποικιλία των χρηστών και των χρήσεών του. Σημαντικός στόχος στάθηκε επίσης η ενίσχυση της ιδιαίτερης ταυτότητας του ιστορικού κέντρου με ταυτόχρονη εφαρμογή μεθόδων βιώσιμης ανάπτυξης και εξοικονόμησης ενέργειας. Η συμμετοχή εκπροσώπων από όλο το κοινωνικό φάσμα εξασφάλισε την απρόσκοπτη συνέχιση του προγράμματος και απέτρεψε την σύγκρουση συμφερόντων.

Η Ράμπλα ντελ Μαρ στο λιμάνι Βελ της Βαρκελώνης πριν και ύστερα από την ανάπλαση

Το 1988, συγκροτήθηκε η εταιρεία Promocio Ciutat Vella S.A. (PROCIVECSA), ως ανεξάρτητη διαχειριστική μονάδα. Στόχοι αυτής της κοινοπραξίας μεικτού κεφαλαίου, με βασικό εταίρο την τοπική αυτοδιοίκηση, ήταν η κατασκευή νέων χώρων συνολικής έκτασης περίπου είκοσι πέντε χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων, η δημιουργία κατοικιών με δημόσια και ιδιωτικά κεφάλαια, η επαναδραστηριοποίηση της τοπικής οικονομίας και η αποκατάσταση των δημόσιων χώρων. Στην συνοικία Ραβάλ, παραδείγματος χάριν, κατεδαφίστηκε σημαντικός αριθμός υποβαθμισμένων κτηρίων και δημιουργήθηκαν η νέα κεντρική πλατεία και ένας νέος πολιτιστικός πόλος έλξης, ο οποίος περιλαμβάνει το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και το Πολιτιστικό Κέντρο της Καταλωνίας.

Καθοριστικό ρόλο στην επιτυχία του εγχειρήματος διαδραμάτισαν η εκμετάλλευση των πολιτικών διοικητικής αποκέντρωσης της δεκαετίας του ’80, η ολοκλήρωση των παρεμβάσεων σε σύντομο χρονικό διάστημα, ο συνδυασμός της ανάπλασης του δομημένου περιβάλλοντος με την οικονομική και κοινωνική αναβάθμιση, καθώς και το γεγονός ότι στην όλη διαδικασία συμμετείχαν σύλλογοι κατοίκων κατά τρόπο αποφασιστικό. Συνολικά, ανακαινίστηκαν περίπου δέκα επτά χιλιάδες κατοικίες, με κόστος κατά μέσον όρο 842.340 πεσέτες (4.000 δολάρια Η.Π.Α.), δηλαδή 10.800 πεσέτες (50 δολάρια Η.Π.Α.) ανά τετραγωνικό μέτρο.

Ο αντίκτυπος ενός τόσο μεγάλου και σύνθετου έργου είναι δύσκολο να αποτιμηθεί. Αν και την ευθύνη της σύλληψης και της προώθησης του προγράμματος την είχε ο δημόσιος τομέας, οι ιδιώτες επενδυτές είχαν την δυνατότητα να συμμετάσχουν τόσο στις σχετικές διαδικασίες όσο και στην κοινωνικοοικονομική σταθεροποίηση του ιστορικού κέντρου. Η αστική ποιότητα ζωής βελτιώθηκε και μάλιστα πολλοί ιδιοκτήτες παλαιών ακινήτων παροτρύνθηκαν να ανακαινίσουν τις περιουσίες τους. Έπειτα από τις παρεμβάσεις, η περιοχή εμφανίζει σαφώς μεγαλύτερη ζωντάνια και οι δημόσιοι χώροι της χρησιμοποιούνται περισσότερο. Η μεταμόρφωση της Θιουτάτ Βέλλα προκάλεσε σημαντικές ποιοτικές αλλαγές στον αστικό χαρακτήρα της Βαρκελώνης, δίνοντας το έναυσμα για οικονομική ανάκαμψη με σαφή αντίκτυπο στην αγορά ακινήτων. Από την άλλη πλευρά, η κοινωνική ποικιλότητα περιορίζεται, καθώς όλο και περισσότεροι φοιτητές, καλλιτέχνες και νέοι επαγγελματίες αναζητούν στέγη στις ανακαινισμένες κατοικίες χάρις στα εκπαιδευτικά και πολιτιστικά θέλγητρα της αποκατεστημένης περιοχής.

Προβολή διαφανειών από τον προσκεκλημένο ομιλητή, τον καθηγητή Βαλενθουέλα-Αγκιλέρα

Ρώμη: Σχέδιο των Βεβαιοτήτων (Piano delle Certezze)
Η Ιταλία έχει μακρά παράδοση στην ανάπτυξη μέσων παρέμβασης στον αστικό ιστό του κέντρου των πόλεων. Το ζήτημα όμως περιπλέκεται αρκετά εάν αναλογιστεί κανείς την σημασία της αρχιτεκτονικής και της αστικής κληρονομιάς για τις περισσότερες ιταλικές πόλεις. Συνεπώς, οι συζητήσεις για το είδος, την έκταση και τα κατάλληλα μέσα των παρεμβάσεων δεν είναι καινούργιες στην χώρα αυτή. Ανάγονται στην συγκρότηση των πρώτων συγκεκριμένων σχεδίων και προγραμμάτων, δηλαδή στην χρονική στιγμή όπου  το επίκεντρο των παρεμβάσεων μετατοπίζεται από την ανακαίνιση των κτηρίων στον προσδιορισμό των επονομαζόμενων poligoni d’attuazione, στο πλαίσιο των οποίων, αφενός, τα αστικά περιβάλλοντα ορίζονται ως βασικές μονάδες παρέμβασης και, αφετέρου, οι ακολουθούμενες πολιτικές αρχίζουν να επικεντρώνονται στην διατήρηση των υλικών δομών που στηρίζουν τις δραστηριότητες μέσα στην πόλη.

Ήδη από τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, αναγνωρίζεται ως καθοριστική η ένταξη της κοινωνικής διάστασης στο πλαίσιο του σχεδιασμού και οι κάτοικοι αποκτούν αποφασιστικό ρόλο στην διαδικασία χάραξης στρατηγικών για την αστική ανάπτυξη. Αποτέλεσμα της αναζήτησης νέων κεντρικών αναπτυξιακών σχεδίων (master plans) είναι το Σχέδιο των Βεβαιοτήτων (Piano delle Certezze), το οποίο εγκρίθηκε από το Κοινοτικό Συμβούλιο τον Νοέμβριο του 2000, ύστερα από διεξοδικές και πολύχρονες αναθεωρήσεις.

Το Σχέδιο αυτό περιλαμβάνει ποικίλες παραμέτρους (περιβαλλοντικές, διοικητικές, δομικές κ.λπ.). Οι βασικές στρατηγικές του αφορούν: τον επαναπροσδιορισμό της συμπαγούς πόλης, τα προγράμματα αστικής αναμόρφωσης, καθώς και τις πρωτοβουλίες αναζωογόνησης του κέντρου. Συνεπές προς την θεωρητική παράδοση των προγενέστερων σχεδίων, το Σχέδιο των Βεβαιοτήτων εξετάζει τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ισχύοντος «στρατηγικού σχεδιασμού», σύμφωνα με τον οποίο η αστική διάσταση δεν αποτελεί εγγενές στοιχείο των σχεδίων μέσης ή ευρείας εμβέλειας. Το Σχέδιο υποστηρίζει επίσης ότι, παρ’ όλο που επίκειται αλλά και απαιτείται ο μετασχηματισμός της οικονομικής βάσης των πόλεων, το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αποκτήσουν ηγεμονική θέση στην χωροταξική ιεραρχία στρατηγικές που διέπονται από πνεύμα ανταγωνισμού.

Αριστερά, η Πλατεία του Αγίου Πέτρου (Piazza San Pietro) στην Ρώμη και,
δεξιά, παμπάλαιο αρτοποιείο στην συνοικία Τραστέβερε της Ρώμης

Ως εκ τούτου, το Σχέδιο των Βεβαιοτήτων υιοθετεί κριτική στάση απέναντι στα προγράμματα αστικού σχεδιασμού τα οποία καταλήγουν απλώς να αποτελούν σχέδια οικονομικής στρατηγικής για την πόλη. Παρ’ όλο που ο στρατηγικός σχεδιασμός έχει χρησιμεύσει στην τοπική αυτοδιοίκηση ως εργαλείο για την διαπραγμάτευση ιδιωτικών επενδύσεων και την επίτευξη συγκεκριμένων οικονομικών στόχων, έχει εντούτοις προκαλέσει ένα φαινόμενο οικονομικού, κοινωνικού και αστικού διπολισμού, το οποίο επήλθε ως αποτέλεσμα της υπερβολικής ελαστικότητας που εφαρμόστηκε κατά την λήψη κρίσιμων αποφάσεων. Έτσι, η δημιουργία ενός ευρύτερου πλαισίου για τον καθορισμό των κριτηρίων αστικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής συμβατότητας καθίσταται επιτακτική ως προϋπόθεση για την επίτευξη των σκοπών της οικονομικής ανταγωνιστικότητας, αλλά και ως οργανωτική δομή που μπορεί να πλαισιώσει ένα μείζον πολιτικό έργο.

Στο πλαίσιο αυτό, το Σχέδιο των Βεβαιοτήτων αναδεικνύεται σε ένα είδος δομικού σχεδίου το οποίο μπορεί να καθορίσει τις οργανωτικές σταθερές της πόλης και να επιτρέψει την συγκέντρωση και τον συντονισμό των διαφόρων πολιτικών αστικής αναμόρφωσης. Οι στόχοι της οικονομικής ανταγωνιστικότητας υποτάσσονται στον καθορισμό της μέγιστης λειτουργικής αποδοτικότητας, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι της βελτίωσης της καθημερινής ζωής των πολιτών. Βάσει αυτής της προσέγγισης, η δημόσια διοίκηση συνεχίζει μεν τις προσπάθειες επαναδραστηριοποίησης της υπάρχουσας αστικής δυναμικής, αλλά ταυτόχρονα επιδιώκει την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων σε δημόσια έργα υποδομής προς όφελος του ευρύτερου κοινού.

Αριστερά, πρόβλεψη πρασίνου σύμφωνα με το Piano delle Certezze και, δεξιά, σπίτια στην συνοικία Τραστέβερε της Ρώμης

Μία από τις πιο επιτυχημένες πρωτοβουλίες μέχρι σήμερα έχει σταθεί το πρόγραμμα βελτίωσης δημόσιων χώρων με την ονομασία Centopiazze («εκατό πλατείες»). Συνδυάζοντας διάφορες πηγές οικονομικών πόρων και επεκτείνοντας τον αστικό σχεδιασμό σε διεθνείς διαγωνισμούς, υλοποιήθηκαν σημαντικές παρεμβάσεις σε περισσότερους από εκατό χώρους, ενώ άλλοι σαράντα χώροι βρίσκονται σήμερα στην φάση της (ανα)κατασκευής.

Στις μέρες μας, η ανάπτυξη της «πόλης μέσα στην πόλη» αποτελεί κοινό στόχο των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών, ενώ, παράλληλα, η εφαρμογή της σε πόλεις της αμερικανικής ηπείρου εξετάζεται ως εναλλακτική λύση για τα προβλήματα που προκύπτουν από την άναρχη δόμηση, την υπερπληθώρα αυτοκινήτων και την αποσάθρωση του αστικού ιστού.

28-31