Βιβλιοπαρουσίαση
ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΑΩ - ΤΕΥΧΟΣ 37 - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2007 ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΕΥΧΟΣ 37 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2007
περιεχόμενα τεύχους επικοινωνήστε μαζί μας !

Οι ανταλλαγές πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία

Bruce Clark, Twice a Stranger: How Μass Εxpulsion Forged Modern Greece and Turkey, Λονδίνο: εκδ. Granta Books, 2006, σελ. 274, με χάρτες, πρόλογο, εισαγωγή, βιβλιογραφία, πηγές, μεθοδολογία και ευρετήριο.
ISBN 978-1-86207-924-3

γράφει ο Κύριλλος Νικολάου,
δρ Ιστορίας, Πανεπιστήμιο της Σορβόννης
Οι ανταλλαγές πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία

O Μπρους Κλαρκ είναι διεθνώς γνωστός δημοσιογράφος. Διετέλεσε ανταποκριτής του πρακτορείου Reuters στην Αθήνα κατά την δεκαετία του ’80, ανταποκριτής των Times του Λονδίνου στην Μόσχα και σήμερα είναι ο υπεύθυνος σύνταξης του περιοδικού The Economist σε θέματα διεθνούς ασφάλειας. Το βιβλίο του Twice a Stranger: How Mass Expulsion Forged Modern Greece and Turkey [Δύο φορές ξένος: Πώς οι μαζικές απελάσεις διαμόρφωσαν την σύγχρονη Ελλάδα και την σύγχρονη Τουρκία], αφορά την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, αν και παρουσιάζει επίσης πληροφορίες για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις από τους Βαλκανικούς Πολέμους μέχρι σήμερα. Το Δύο φορές ξένος αποτελεί αδιαμφισβήτητα μίαν από τις πιο εμπεριστατωμένες αναλύσεις για την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στην αγγλική αλλά και την διεθνή βιβλιογραφία. Από την πολύ μεγάλη βιβλιογραφία για το ζήτημα αυτό, προτείνεται κυρίως το βιβλίο του Dimitri Pentzopoulos, The Balkan Exchange of Minorities and its Impact on Greece (Χάγη, 1962). Ενδεικτικά, ο αναγνώστης μπορεί επίσης να συμβουλευθεί το βιβλίο του Arnold J. Toynbee, The Western Question in Greece and Turkey: A Study in the Contact of Civilizations (Λονδίνο, 1922), καθώς και την μελέτη του Yannis Yannopoulos, The Conference of Lausanne, 1922-1923 (Διδακτορική Διατριβή, Κολλέγιο Μπέρκμπεκ, Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, 1974).

Ο Κλαρκ ερεύνησε επισταμένως το θέμα του και, αξιοποιώντας το αρχειακό υλικό και την προφορική παράδοση από επιζώντες, διηγείται την τραυματική εμπειρία της εξόδου από τις κοσμοπολιτικές οθωμανικές κοινότητες, στις οποίες χριστιανοί και μουσουλμάνοι συνυπήρχαν επί ολόκληρους αιώνες. Αφηγείται την ανθρώπινη περιπέτεια όχι απλώς λαμβάνοντας υπόψη το διπλωματικό πλαίσιο, αλλά και εντάσσοντας σε αυτό την κοινωνική ανθρωπολογική ανάλυση. Εξηγεί πώς οι πολιτικές αποφάσεις και τα διπλωματικά παρασκήνια φέρνουν τους ανθρώπους εμπρός σε τετελεσμένα γεγονότα.

Επάνω: Δασκάλα ελληνικού γυμνασίου της Τραπεζούντας με τις μαθήτριές της
Κέντρο: Δάσκαλος μουσικής και μαθητές σε ελληνικό σχολείο της Τραπεζούντας
Κάτω: Εύποροι Έλληνες σε εκδρομή στα περίχωρα της Τραπεζούντας

Θα έπρεπε ωστόσο να επισημανθούν κάποιες διαφορές μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας. Άλλωστε, σύγκριση δεν σημαίνει αποκλειστικά και μόνο τον εντοπισμό των κοινών στοιχείων, αλλά και την επισήμανση των διαφορών. Η διαδικασία της συγκρότησης του ελληνικού κράτους είναι σαφώς πιο παλιά και προηγείται της Συνθήκης της Λωζάννης κατά έναν αιώνα. Εξάλλου, από στατιστικής πλευράς, τα δύο εκατομμύρια πρόσφυγες της Μικράς Ασίας προστέθηκαν στα τέσσερα του ελληνικού κράτους, ενώ το τουρκικό έθνος-κράτος, δημιούργημα του εθνικού κινήματος του Κεμάλ, υποδέχτηκε τετρακόσιες χιλιάδες πρόσφυγες. Τα επακόλουθα του διαφορετικού εκτοπίσματος των αντίστοιχων πληθυσμιακών ομάδων δεν ήταν ίδια και ούτε μπορούν να εξισωθούν.
Την επαύριον της κατάρρευσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της ήττας της Ελλάδας από την Τουρκία, οι δύο χώρες υπέγραψαν μεταξύ τους συμφωνία η οποία άνοιξε τον δρόμο για ανταλλαγή πληθυσμών εκατέρωθεν. Οι πληθυσμοί μετακινήθηκαν ένθεν κακείθεν επειδή ανήκαν στην «λάθος θρησκεία». Ο συγγραφέας ορθώς επισημαίνει ότι το γεγονός αποτέλεσε προηγούμενο για την κατοπινή εφαρμογή λύσεων βάσει εθνικών διαχωρισμών στην Ευρώπη, την Μέση Ανατολή και ολόκληρο τον κόσμο. Τονίζεται ότι οι πρόσφυγες που έφταναν για πρώτη φορά στην άλλη πλευρά του Αιγαίου ένιωθαν σαν ξένοι στις δικές τους υποτιθέμενες «μητέρες πατρίδες», συχνά αδύναμοι να μιλήσουν την γλώσσα της χώρας υποδοχής τους και αντιμετωπίζοντας εχθρότητα από τους νέους γείτονές τους ― ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι μεταφέρθηκαν στην Μικρά Ασία και τουρκόφωνοι χριστιανοί στην Βαλκανική. Στο βιβλίο, μολονότι περιγράφονται με λεπτομέρεια οι κακουχίες, οι εκτοπισμοί, οι συλλήψεις, οι επιδημίες και οι σφαγές των Ελλήνων του Πόντου, η πυρπόληση της Σμύρνης και τα επακόλουθά της αναλύονται λιγότερο διεξοδικά.

Ο συγγραφέας ασχολείται με μια πλευρά του ζητήματος η οποία μέχρι τώρα δεν είχε προσελκύσει την δέουσα προσοχή. Έλαβε πληροφορίες από τους υπέργηρους Έλληνες και Τούρκους που θυμούνται τον προ της ανταλλαγής κόσμο. Έδωσε στους επιζώντες που βίωσαν την προσφυγιά την δυνατότητα να μιλήσουν πρώτη φορά για τα βιώματά τους. Το βιβλίο του απαντά σε πολλά ερωτήματα και αφήνει τον αναγνώστη να απαντήσει σε αρκετά άλλα, όπως είναι, για παράδειγμα, τα ζητήματα που αφορούν τις σχέσεις μεταξύ της Τουρκίας και της Ελλάδας, της Τουρκίας και της Ευρωπαϊκής  Ένωσης, τα Βαλκάνια, τον Καύκασο, την Μέση Ανατολή και την Κύπρο. Γενικότερα, μεγάλο μέρος του ενδιαφέροντος εστιάζεται στην ιδέα του «άλλου», στην σχέση μας με τους γείτονές μας.

Ο συγγραφέας εξηγεί με δεξιοτεχνία αυτά τα περίπλοκα θέματα στον αγγλόφωνο αναγνώστη. Το σημαντικό του βιβλίο ρίχνει ακόμη περισσότερο φως στην υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία. Κοντολογίς, ο Κλαρκ διηγείται την ιστορία της ανταλλαγής των πληθυσμών καθαρά και δίκαια, εξισορροπώντας  την γενίκευση και την λεπτομέρεια, δίνοντας μια πολύ ανθρώπινη διάσταση στο πολιτικό δράμα, εμπλουτίζοντας την ιστορική έρευνα με στοιχεία πέραν των πολυειπωμένων της διπλωματικής ιστορίας. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη ότι ο Κλαρκ δεν είναι επαγγελματίας ιστορικός αλλά δημοσιογράφος, τότε η μελέτη του αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Έτσι, μπορούμε με σιγουριά να θεωρήσουμε ότι αποτελεί πολύ σημαντική συμβολή στο πολυδιάστατο ζήτημα της ανταλλαγής πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία σε μια κρίσιμη καμπή για την ιστορία και των δύο αυτών χωρών.

46-47