Θέατρο
ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΑΩ - ΤΕΥΧΟΣ 36 - ΙΟΥΝΙΟΣ 2007 ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΕΥΧΟΣ 36 ΙΟΥΝΙΟΣ 2007
περιεχόμενα τεύχους επικοινωνήστε μαζί μας !
Οι Τρελλές Γαζέλες
στο Θέατρο Γκλόρια
της Ιωάννας Κονδύλη

Την περασμένη θεατρική περίοδο (2006-2007), ανέβηκε με μεγάλη επιτυχία στο Θέατρο Γκλόρια το έργο του Γάλλου συγγραφέα Ζαν-Μαρί Σεβρέ Τρελλές Γαζέλες σε… ψηλά τακούνια (γαλλ.: Les Amazones), σε μετάφραση και διασκευή του Χάρη Βορκά, σκηνοθεσία και σκηνικά του Κοραή Δαμάτη και ερμηνεία από χαρισματικούς ηθοποιούς, με προεξάρχουσα την Κατερίνα Διδασκάλου, μέλος του Συνδέσμου μας, καθώς επίσης την Άννα Ανδριανού, την Μαρία Γεωργιάδου, τον Γιάννη Δρίτσα και τον Δημήτρη Πλειώνη.
Το έργο Les Amazones τού σχετικά νέου, τόσο στην ηλικία όσο και στην δραματουργία, συγγραφέα πρωτοδιδάχθηκε στο Παρίσι και κατόπιν έκανε σημαντική διεθνή καρριέρα, αφού μέχρι στιγμής έχει μεταφραστεί σε έξι γλώσσες και παιχτεί σε επτά χώρες. Αν και παίζεται σαν κωμωδία, κατά την γνώμη μας, το έργο είναι τραγωδία, όχι βέβαια με όρους αριστοτελικούς, εφόσον δεν περικλείει «παθημάτων κάθαρσιν», αλλά με όρους δικούς του, σύγχρονους, γιατί αφήνει στον θεατή την πικρή γεύση ενός αγώνα, το πιθανότερο, αδιέξοδου: αγώνα για επιβίωση, αγώνα για αξιοπρέπεια, αγώνα για ποιότητα ζωής και, τέλος, ίσως, αγώνα για ευτυχία.
Η Μαρτίν, η Μίκυ, η  Άννυ και η Μπενεντίκτ συνδέθηκαν με αταλάντευτη φιλία από τα εφηβικά τους χρόνια, όταν συναποτελούσαν τα μέλη μιας προσκοπικής ομάδας. Η ζωή επεφύλαξε για καθεμιά τους και μία διαφορετική πορεία. Ωστόσο, εικοσιπέντε χρόνια μετά, ακολουθώντας απρόοπτα μονοπάτια, οι πορείες αυτές συγκλίνουν και πάλι και οι ζωές τους ξαναμπλέκονται.
Η Μαρτίν ζει στο ευρύχωρο διαμέρισμά της στο Παρίσι, απελπισμένη, στα πρόθυρα της νευρικής κατάπτωσης. Ενώ επί είκοσι χρόνια υπήρξε καλή (;) σύζυγος και πάντως άριστη (!) μαγείρισσα, τώρα βιώνει την εγκατάλειψη από τον άνδρα της, ο οποίος την παράτησε για να συζήσει με μια εικοσάχρονη. Η Μίκυ, διευθυντικό στέλεχος μεγάλης επιχείρησης, επαγγελματικά και οικονομικά επιτυχημένη και... «φτασμένη», είναι επίσης μόνη γιατί με τον δυναμικό της χαρακτήρα φοβίζει τους άνδρες, οι οποίοι απομακρύνονται πανικόβλητοι. Για να αποφύγει την μοναξιά της, καθώς και για να βοηθήσει την καταρρέουσα Μαρτίν να ξεπεράσει την απογοήτευση, εγκαθίσταται στο διαμέρισμά της, όπου σε λίγες μέρες καταφθάνει η τρίτη της παρέας, η Άννυ. Πληγωμένη, με σκληρά βιώματα ήδη από πολύ τρυφερή ηλικία, η Άννυ έχει ζήσει τον έρωτα «κοσμοπολιτικά», σε όλες σχεδόν τις ηπείρους και με πολυάριθμους προσωρινούς εραστές, χωρίς όμως να βρει ποτέ την ασφάλεια και την ισορροπία που λαχταράει η ψυχή της. Διωγμένη από την δουλειά της, προσπαθεί στα «περασμένα» σαράντα να ξεκινήσει να εργάζεται ως ρεσεψιονίστ.
Με απόρριψη για το άνυδρο παρελθόν, με ανησυχία για το μετέωρο παρόν, αλλά και με πολλή δύναμη και κουράγιο για το μέλλον, οι τρεις γαζέλες προσπαθούν να χτίσουν μια μικρή κοινωνία αμαζόνων δίχως άνδρες, ερωτικά καρδιοχτύπια και ανώφελες αντιζηλίες. Ωστόσο, η ουτοπία υποχωρεί μπροστά στην ζωή, η οποία αποφασίζει διαφορετικά: τους στέλνει ως συγκάτοικο τον γιο της τέταρτης προσκοπίνας. Ο εικοσιεξάχρονος Γκιγιώμ, καρπός εξώγαμης σχέσης της Μπενέ με έναν Ινδό φοιτητή, είναι ένα πανέμορφο παλληκάρι που έχει μόλις επιβιώσει από μιαν αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας. Λίγες μέρες στο Παρίσι θα τον ωφελήσουν.
Με πολύ χιούμορ, αλλά και αγάπη, ο Ζαν-Μαρί Σεβρέ περιγράφει την αναστάτωση, την συστηματική παραβίαση των κανόνων, την καταπάτηση των ορίων που προκαλεί με την άφιξή του ο εικαζόμενος Πρίαπος. Σε δραματική εκδοχή θα ήταν ο Πέπε Ρομάνο για τις κόρες της Μπερνάρντα Άλμπα, ο επισκέπτης στο Κατσικονήσι του Ούγκο Μπέττι, ο άνδρας (πατέρας/σύζυγος/εραστής) στο έργο του Ρομπέρ Τομά Οκτώ γυναίκες κατηγορούνται. Εντούτοις, ο Σεβρέ δεν θέλγεται από σκοτωμούς και αίματα. Είναι λιγότερο φονικός και περισσότερο ρεαλιστής. Ο Γκιγιώμ έχει μεγαλώσει χωρίς πατρικό πρότυπο, μόλις γλίτωσε από ερωτική απογοήτευση και οι φίλες της μητέρας του, αν και πολύ χαριτωμένες για αυτόν, ηλικιακά τουλάχιστον ευρίσκονται «εις τάξιν θείας». Προτιμά, λοιπόν, την συντροφιά ενός νεαρού καλλιτέχνη, νοικάρη της Μαρτίν και εκπροσώπου του τρίτου φύλου.
Το έργο αποπνέει αγωνιστικότητα και αισιοδοξία. Οι τρεις γυναίκες «δεν το βάζουν κάτω». Σε μιαν εποχή που κάποιοι καταφεύγουν στα ναρκωτικά ή, στην καλύτερη περίπτωση, στα αντικαταθλιπτικά χάπια, εκείνες, στηριγμένες σε μιαν ειλικρινή φιλία, προχωρούν αποφασιστικά στην ζωή. Η ελπίδα δεν πεθαίνει απλώς τελευταία, δεν πεθαίνει ποτέ...
Εξαιρετική στην ερμηνεία της Μίκυ υπήρξε η Κατερίνα Διδασκάλου, μέλος του Συνδέσμου μας. Πανέμορφη όπως πάντα, η Κατερίνα απέδωσε εκπληκτικά τον ρόλο της δυναμικής σαραντάρας που είναι συγχρόνως γοητευτική και αποφασιστική, ελκυστική και αποτελεσματική, επιτυχημένη και απογοητευμένη, δηλαδή ένας «σύνθετος τύπος» γυναίκας, ωστόσο μάλλον συχνός στις μέρες μας. Κατά την γνώμη μας, η μεγάλη δυσκολία του ρόλου έγκειτο ακριβώς εκεί, στην πολυπλοκότητα του χαρακτήρα της Μίκυ σε συνδυασμό με την θηλυκή σκηνική παρουσία της.
Τέλος, θα θέλαμε να επαινέσουμε την μετάφραση-διασκευή του έργου. Δραματικά επίκαιρη και συγκλονιστικά σύγχρονη, προκαλεί τον θεατή να ανατρέξει στο πρωτότυπο γαλλικό κείμενο, για να απονείμει δίκαια τα εύσημα μεταξύ Σεβρέ και Βορκά! Η λεξιπενία καθώς και η συνειδητή υποβάθμιση του λεξιλογίου που «περνά» για άνεση ή και μαγκιά στην πατρίδα του Αριστοφάνη δεν σοκάρουν αλλά προβληματίζουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η «φιλική» προσφώνηση «μουλάρες» μεταξύ των τριών άκληρων αμαζόνων. Δεν είναι έλλειψη κοσμιότητας και σε-βασμού αλλά ένας τραγικός αυτοσαρκασμός, αφού εμπεριέχει την διαπίστωση οριακής ίσως απώλειας της χαράς της μητρότητας (ο ημίονος, επιμειξία ίππου και όνου είναι ένα συμπαθές αλλά και ανθεκτικό τετράποδο που όμως δεν αναπαράγεται...).
44-45