Βιβλιοπαρουσίαση
ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΑΩ - ΤΕΥΧΟΣ 35 - ΜΑΡΤΙΟΣ 2007 ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΕΥΧΟΣ 35 ΜΑΡΤΙΟΣ 2007
περιεχόμενα τεύχους επικοινωνήστε μαζί μας !

Η επαναφορά της προηγούμενης κατάστασης ως τρόπος αποκατάστασης της ζημίας

Ελένη Ζερβογιάννη,
Η επαναφορά της προηγούμενης κατάστασης ως τρόπος αποκατάστασης της ζημίας
– Μια συμβολή στην ερμηνεία της ΑΚ 297
εδ. 2, Αθήνα/Κομοτηνή:
εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2006,
σελ. xxvi + 388.

γράφει η Ιωάννα Κονδύλη,
λέκτωρ Αστικού Δικαίου
στην Νομική Σχολή
του Πανεπιστημίου Αθηνών
Η επαναφορά της
προηγούμενης
κατάστασης ως τρόπος
αποκατάστασης της
ζημίας

Πρόκειται για την διδακτορική διατριβή της Ελένης Ζερβογιάννη, Δ.Ν. Δικηγόρου, με θέμα την επαναφορά της προηγούμενης κατάστασης ως τρόπου αυτούσιας αποκατάστασης της ζημίας.
Σκοπός της διατριβής είναι η ανάδειξη τρόπων αποκατάστασης της ζημίας εναλλακτικών προς την χρηματική αποζημίωση, η αξιολόγησή τους και, συνεπώς, η συμβολή στην ερμηνεία του άρθρου ΑΚ 297 εδ. 2 του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο, παρότι η αποζημίωση είναι καταρχήν χρηματική, το δικαστήριο μπορεί, εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, να διατάξει την αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης, εφόσον η αποζημίωση αυτού του είδους δεν προσκρούει στο συμφέρον του δανειστή.
Η διατριβή περιλαμβάνει ένα γενικό και ένα ειδικό μέρος. Στο γενικό μέρος, εκτίθεται ο προβληματισμός σχετικά με τον τρόπο αποκατάστασης της ζημίας, διαπιστώνεται η διαφορετική αντιμετώπιση του ζητήματος σε αλλοδαπές έννομες τάξεις και αναλύεται το σχετικό ρυθμιστικό πλαίσιο στην Ελλάδα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύγκριση μεταξύ της χρηματικής και της αυτούσιας (in natura) αποκατάστασης της ζημίας με αναγωγή σε θεωρητικούς-ιδεολογικούς παράγοντες και σε διαφοροποιήσεις που οφείλονται σε πρακτικούς  λόγους. Στους θεωρητικούς-ιδεολογικούς παράγοντες διαφοροποίησης εμπίπτουν η αναγνώριση ή μη αναγνώριση της «αυταξίας» της διατήρησης του status quo ante, ο βαθμός σεβασμού της υποκειμενικής αξίας του ζημιωθέντος σε δεδομένη κατάσταση, καθώς και ο προσδιορισμός του ανεκτού μέτρου επέμβασης στην σφαίρα του ζημιώσαντος-υποχρέου της αποζημίωσης. Από την άλλη πλευρά, οι πρακτικές διαφορές της χρηματικής από την αυτούσια αποζημίωση ανάγονται ιδίως στην ενδεχόμενη ασυμμετρία του κόστους αποκατάστασης της ζημίας για τα μέρη.
Η ανάλυση του ελληνικού Δικαίου συμβάλλει στην αντιμετώπιση πρακτικών ζητημάτων που δεν είχαν τύχει διεξοδικής επεξεργασίας μέχρι σήμερα. Σημαντική είναι η επισήμανση πως, παρότι από τον νόμο τίθε-νται δύο προϋποθέσεις για την απόκλιση από τον κανόνα της χρηματικής αποζημίωσης, και πιο συγκεκριμένα η συνδρομή ειδικών περιστάσεων και η μη πρόσκρουση της αυτούσιας αποζημίωσης στο συμφέρον του δανειστή-ζημιωθέντος, η εξέτασή τους δεν μπορεί παρά να είναι ενιαία. Κατ’ ουσίαν, είναι απαραίτητη η συνολική στάθμιση των συμφερόντων των μερών, με αναγνώριση πάντως της προτεραιότητας του συμφέροντος του δανειστή. Στο πλαίσιο αυτό, ενδιαφέρουσα είναι η πρόταση για την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, η οποία πλέον έχει αναγνωριστεί και συνταγματικά.
Στο ειδικό μέρος της διατριβής, εξετάζονται επιμέρους εκφάνσεις της αυτούσιας αποκατάστασης της ζημίας, οι οποίες και διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες:
α. Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει τις περιπτώσεις στις οποίες δεν είναι δυνατή η επαναφορά της ίδιας κατάστασης που υπήρχε πριν από την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος, χωρίς ωστόσο να αποκλείεται η αποκατάσταση μιας κατάστασης κατά το δυνατόν όμοιας με την αρχική (παραδείγματος χάριν, επισκευή ή αντικατάσταση πράγματος). Η συγγραφέας ονομάζει αυτή την μορφή αποκατάστασης της ζημίας «αναπληρωτική», επισημαίνοντας ότι εντάσσεται στην ευρύτερη έννοια της αυτούσιας αποζημίωσης, καθόσον, σε αντίθεση με την χρηματική αποζημίωση, ο ζημιωθείς στερείται της ελευθερίας διάθεσης της αποζημίωσης. Μετά μια σειρά συλλογισμών, επισημαίνεται ότι η αυτούσια αποκατάσταση της ζημίας, λόγω της ανωτέρω ιδιότητάς της, μπορεί να συμβάλει στην αποκάλυψη της υποκειμενικής αξίας που αποδίδει ο ζημιωθείς στο πράγμα που υπέστη την βλάβη.
β. Η δεύτερη κατηγορία περιπτώσεων που αναλύεται στο βιβλίο περιλαμβάνει τις περιπτώσεις «γνήσιας» αυτούσιας αποκατάστασης της ζημίας. Πρόκειται για περιπτώσεις στις οποίες επαναφέρεται, έστω εκ των υστέρων, η ίδια κατάσταση που θα υπήρχε εάν δεν είχε μεσολαβήσει το ζημιογόνο γεγονός. Αυτή η μορφή αυτούσιας αποκατάστασης της ζημίας είναι ποιοτικά διαφορετική από την χρηματική αποζημίωση και εξασφαλίζει την πληρέστερη ικανοποίηση του ζημιωθέντος, ιδίως δε σε περιπτώσεις όπου ο ακριβής υπολογισμός της χρηματικής αποζημίωσης προσκρούει σε δυσχέρειες. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά στην απαλλαγή από συμβατική υποχρέωση ως τρόπο αποκατάστασης της ζημίας που προκλήθηκε από αντίθετη στην καλή πίστη συμπεριφορά κατά τις διαπραγματεύσεις.
γ. Η τρίτη και τελευταία κατηγορία περιπτώσεων αυτούσιας αποκατάστασης της ζημίας αφορά τις διαρκείς ζημίες, δηλαδή περιπτώσεις στις οποίες το ζημιογόνο γεγονός οδηγεί στην δημιουργία παράνομης κατάστασης. Εν προκειμένω, η αυτούσια αποκατάσταση της ζημίας μπορεί να συνίσταται στην άρση της πηγής της ζημίας, εφόσον όμως έτσι αποκαθίσταται και μέρος τουλάχιστον της ζημίας, επελθούσας ή μέλλουσας (παραδείγματος χάριν, ανάκληση της προσβολής της τιμής, κατάρτιση αναγκαστικής σύμβασης). Κατ’ ουσίαν, πρόκειται για ειδικότερη έκφανση της γνήσιας αυτούσιας αποκατάστασης της ζημίας, η πρακτική σημασία της οποίας είναι περιορισμένη, καθώς συρρέει πάντα με την αξίωση άρσης της προσβολής, η οποία, σε αντίθεση με την αξίωση αποζημίωσης, γεννάται ανεξάρτητα από την απόδειξη της ζημίας και του πταίσματος του ζημιώσαντος.
Στο τέλος της διατριβής, παρατίθενται πρωτότυπες σκέψεις σχετικά με την δυνατότητα εφαρμογής των αποτελεσμάτων της ανάλυσης και σε άλλες περιπτώσεις, εκτός του δικαίου της αποζημίωσης, δεδομένου ότι, όπως αναφέρει η συγγραφέας, η διάταξη του άρθρου ΑΚ 297 εδ. 2 αποτελεί μια εξειδίκευση της αρχής της καλής πίστης, η οποία διατρέχει όλο το Αστικό Δίκαιο.

Προβαίνοντας σε μια συνολική εκτίμηση της διδακτορικής διατριβής της Ελένης Ζερβογιάννη, σημειώνουμε ότι πρόκειται για ένα πολύ αξιόλογο έργο, που διακρίνεται για την άρτια και συνεπή θεμελίωση των απόψεων της συγγραφέως. Η ανάλυση γίνεται με κεντρικό άξονα την τελολογία των κανόνων και κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να αναδεικνύονται οι πτυχές του ζητήματος που έχουν πρακτική σημασία. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η προσέγγιση επιμέρους ζητημάτων, κυρίως στο γενικό μέρος της διατριβής, από την οπτική γωνία της οικονομικής ανάλυσης του δικαίου. Τέλος, αξιοσημείωτη είναι η εξαιρετικά πλούσια και ενημερωμένη ελληνική και αλλοδαπή βιβλιογραφία της διατριβής.

44-45