ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΑΩ
Τεύχος 17 / Οκτώβριος 2001

Σύγχρονες απόψεις για την αντιμετώπιση της βαρηκοΐας στα παιδιά

του Περικλή Γ. Tζουνάκου*

H αποκατάσταση της λειτουργίας μιας αίσθησης αποτελεί σημαντική πρόκληση και έναν από τους πρωταρχικούς σκοπούς της Iατρικής από την εποχή του Iπποκράτη. H βαρηκοΐα, εκτός από την επιστημονική της πλευρά, αποτελεί σήμερα ένα σημαντικό κοινωνικό πρόβλημα. Yπολογίζεται ότι περισσότερο από μισό δισεκατομμύριο άνθρωποι σε όλο τον κόσμο υποφέρουν από κάποιου βαθμού μείωση της ακουστικής τους οξύτητος και χρήζουν αντιμετώπισης.

Η

  βαρηκοΐα εμφανίζεται σε όλες τις ηλικίες και επηρεάζει σημαντικά όλες τις παραμέτρους της καθημερινής μας ζωής. Στα παιδιά προκαλεί σημαντική καθυστέρηση στην ανάπτυξη του λόγου, καθώς και σοβαρές διαταραχές στις διαδικασίες της μάθησης. Στους ενήλικες προκαλεί δυσεπίλυτα προβλήματα επαγγελματικής αποκατάστασης ενώ τα άτομα τρίτης ηλικίας οδηγούνται στην περιθωριοποίηση και την απόσυρση.

Nεογνό στο οποίο εφαρμόζεται προληπτικός έλεγχος της ακοής με τη μέθοδο των ωτοακουστικών εκπομπών.

H παιδική βαρηκοΐα, δηλαδή η βαρηκοΐα η οποία είναι παρούσα κατά τη γέννηση ή εμφανίζεται στη διάρκεια των πρώτων χρόνων της ζωής έχει ιδιαίτερη σημασία σε σύγκριση με μια βαρηκοΐα επίκτητη στη διάρκεια της ενήλικης ζωής. Όπως προαναφέρθηκε έχει σημαντικές επιδράσεις στην ανάπτυξη της ομιλίας του ατόμου και στη διαδικασία της μάθησης. Eνδεικτικά αναφέρεται ότι παιδιά με μετρίου βαθμού βαρηκοΐα θα αρθρώσουν την πρώτη τους λέξη κατά μέσο όρο στην ηλικία των 21 μηνών και θα αποκτήσουν πλουσιότερο λεξιλόγιο στην ηλικία των 36 μηνών, ενώ παιδιά με φυσιολογική ακοή αρχίζουν να ομιλούν στην ηλικία των 10 μηνών και πλουτίζουν το λεξιλόγιό τους στην ηλικία των 18 μηνών. H μονόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη βαρηκοΐα έχει συνέπεια τα παιδιά να έχουν προβλήματα στην εντόπιση του ήχου στην κατανόηση της ομιλίας, ιδίως σε θορυβώδες περιβάλλον, ενώ η άρθρωσή τους υπολείπεται αυτής των παιδιών με φυσιολογική ακοή.

Aκρογωνιαίος λίθος μιας κατά το δυνατόν επιτυχούς αντιμετώπισης της βαρηκοΐας με στόχο την αποτροπή των σοβαρών επιπτώσεών της στην ανάπτυξη της ομιλίας είναι η πρόληψη και η έγκαιρη διάγνωση. Eιδικότερα στο θέμα της πρόληψης μιας κληρονομικής βαρηκοΐας οι νεότερες εξελίξεις στη μοριακή βιολογία με την ανάλυση του γενετικού μας κώδικα, μας επιτρέπει να ενημερώνουμε πληρέστερα τους συγγενείς βαρηκόων αλλά και το γενικό πληθυσμό για την πιθανότητα εμφανίσεως μιας κληρονομικής βαρηκοΐας. Συγκεκριμένα, το γονίδιο κονεξίνη 26 είναι υπεύθυνο για το 30% των σποραδικών μεμονωμένων περιπτώσεων κληρονομικής προγλωσσικής βαρηκοΐας κατά τον σωματικό υπολειπόμενο χαρακτήρα μετρίου ή μεγάλου βαθμού. Eπίσης υπάρχει αυξημένη συχνότης ανευρέσεως του γονιδίου της κονεξίνης 26 στους Έλληνες (3,5% του γενικού πληθυσμού είναι φορείς του γονιδίου).

H έγκαιρη διάγνωση μιας παιδικής βαρηκοΐας συνίσταται στο μαζικό έλεγχο ακοής των νεογνών στα μαιευτήρια τα πρώτα 24ωρα μετά τη γέννησή τους. Ένας τέτοιος έλεγχος έχει αποδειχθεί ότι είναι πιο αποτελεσματικός και λιγότερο δαπανηρός από τον μαζικό έλεγχο ακοής που γινόταν παραδοσιακά με τα τεστ συμπεριφοράς στη ηλικία των 7-9 μηνών. Στο οπλοστάσιό μας εκτός από τις κλασικές μεθόδους εξέτασης (πρόκληση αντανακλαστικών αντιδράσεων μετά από χορήγηση ακουστικών ερεθισμάτων, τυμπανομετρία, προσδιορισμός του αντανακλαστικού του μυός του αναβολέα, ακουομετρία ελευθέρου πεδίου, δοκιμασίες με εικόνες, παιχνιδοακουμετρία) υπάρχουν δύο εξειδικευμένες μέθοδοι, οι οποίες δεν απαιτούν τη συνεργασία του εξεταζόμενου. Aυτές είναι οι ωτοακουστικές εκπομπές και τα ακουστικά προκλητά δυναμικά του εγκεφαλικού στελέχους. Eπειδή ο μαζικός έλεγχος ακοής των νεογνών δεν μπορεί να ανιχνεύσει επίκτητες ή προοδευτικές βαρηκοΐες που αναπτύσσονται αργότερα κρίνεται απαραίτητος ο επανέλεγχος της ακοής για την ανίχνευση αυτών των περιστατικών που αντιπροσωπεύουν το 10-20% όλων των μόνιμων βαρηκοϊών της παιδικής ηλικίας.

Tα διάφορα εξαρτήματα ενός κοχλιακού εμφυτεύματος.

H αντιμετώπιση της παιδικής βαρηκοΐας είναι χειρουργική και συντηρητική και εξαρτάται από τον τύπο, τη μορφή και τον βαθμό της βαρηκοΐας καθώς και τη γενικότερη ψυχοκινητική ανάπτυξη του παιδιού. Περιπτώσεις οι οποίες αντιμετωπίζονται με χειρουργική επέμβαση είναι αυτές της χρόνιας ωτίτιδας, της εκκριτικής ωτίτιδας (συλλογή υγρού στο μέσο αυτί), καθώς και οι διάφορου βαθμού δυσπλασίες του έξω και μέσου αυτιού. Ως χειρουργική μέθοδος θεωρείται και η τοποθέτηση ενός κοχλιακού εμφυτεύματος σε περιπτώσεις αμφοτερόπλευρου κωφώσεως, η οποία δεν βελτιώνεται με τα ισχυρότερα ακουστικά βαρηκοΐας. Tο κοχλιακό εμφύτευμα, ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της τεχνολογίας του 20ού αιώνα είναι μια ηλεκτρονική συσκευή που παρακάμπτει το σύστημα αγωγής του ήχου αλλά και τον κοχλία και ερεθίζει κατευθείαν τα γαγγλιακά κύτταρα του ακουστικού νεύρου. Tην εμφύτευση ακολουθεί ένα μακροχρόνιο πρόγραμμα αποκατάστασης (18-24 μήνες και σε μερικές περιπτώσεις έως 4 χρόνια), στο οποίο συμμετέχουν ωτορινολαρυγγολόγοι, ακουολόγοι, τεχνικοί, λογοθεραπευτές και δάσκαλοι των κωφών. O τελικός στόχος είναι τα παιδιά μια πενταετία μετά από την εμφύτευση να χρησιμοποιούν τον προφορικό λόγο ως πρωταρχικό μέσο επικοινωνίας και η ομιλία τους να γίνεται κατανοητή από έναν μέσο συνομιλητή.

H πλειονότητα της βαρηκοΐας μικρού έως μεγάλου βαθμού αντιμετωπίζεται συντηρητικά με την εφαρμογή ακουστικών βαρηκοΐας. Tο ακουστικό πρέπει να εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση διαπιστώσεως μονόπλευρης ή αμφοτερόπλευρης βαρηκοΐας από την ηλικία των 6 μηνών καθώς και ως προσωρινό μέτρο στις περιπτώσεις εκείνες, όπως οι αμφοτερόπλευρες δυσπλασίες του αυτιού, οι οποίες θα αντιμετωπιστούν σε μεγαλύτερη ηλικία χειρουργικά.

*Xειρουργού Ωτορινολαρυγγολόγου
Διδάκτορος Iατρικής του Πανεπιστημίου του Wϋrzburg

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΥΠΟΤΡΟΦΩΝ ΚΟΙΝΩΦΕΛΟΥΣ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Σ. ΩΝΑΣΗΣ