ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΑΩ
Τεύχος 16/Ιούνιος 2001
Nεότερη Eλληνική Tέχνη στη Nέα Yόρκη

της Ιωάννας Βετσοπούλου*

Τον Οκτώβριο του 2000 εγκαινιάσθηκε το Πολιτιστικό Κέντρο του Ιδρύματος στη Νέα Υόρκη με μία έκθεση ζωγραφικής, που είχε θέμα τις Κλασικές Μνήμες στη Σύγχρονη Ελληνική Τέχνη. Η έκθεση οργανώθηκε σε συνεργασία με την Εθνική Πινακοθήκη της Αθήνας και τα έργα που παρουσιάστηκαν προέρχονταν από ποικίλες συλλογές ιδιωτών, μουσείων και άλλων ιδρυμάτων.

Κ
Γιάννη Mόραλη, «Eπιτύμβια σύνθεση» (1958), Eθνική Πινακοθήκη και Mουσείο Aλεξάνδρου Σούτζου.

αθώς στον εξω-ελλαδικό χώρο η σχετική με την ελληνική κουλτούρα γνώση περιορίζεται συνήθως στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και μόλις τώρα τελευταία και στο Βυζάντιο, η επιλογή του παραπάνω θέματος, ως κεντρικού άξονα για την οργάνωση μιας έκθεσης, είναι πολυσήμαντη. Καταρχήν, έδωσε στους κατοίκους της καλλιτεχνικής πρωτεύουσας των Η.Π.Α. τη δυνατότητα να γνωρίσουν τη σύγχρονη ελληνική εικαστική παραγωγή, προσφέροντας ως βάση τον ήδη γνώριμο κώδικα του κλασικού πολιτισμού. Επιπλέον, με τα εκθέματα που επελέγησαν, έθιξε ένα βασικό χαρακτηριστικό μεγάλου μέρους της νεότερης ελληνικής καλλιτεχνικής δημιουργίας, που δεν είναι άλλο από τον διάλογο με το κλασικό παρελθόν και το αίτημα της ελληνικότητας.
Ο διάλογος με το κλασικό παρελθόν δεν ήταν πάντα εύκολος για τους Έλληνες καλλιτέχνες των νεότερων χρόνων. Η δεδομένη συνεχής παρουσία των ερειπίων της αρχαιότητας –άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο φανερή– και η καθημερινή συμβίωση με αυτά ανά τους αιώνες, η γλωσσική συνέχεια και η επιβίωση ποικίλων στοιχείων του κλασικού κόσμου μέσα στη νεότερη παράδοση του ευρύτερου ελλαδικού χώρου, προφορική και γραπτή, έντεχνη και λαϊκή, εξασφάλιζαν ένα άμεσο και πολύ σημαντικό υπόβαθρο για τον διάλογο των νεότερων καλλιτεχνών με το παρελθόν αυτό. Με την ίδρυση, όμως, του ελεύθερου ελληνικού κράτους το 1830 και την εγκατάσταση στην Ελλάδα του Βαυαρού βασιλιά και της αυλής του που ακολούθησε, ο διάλογος αυτός τοποθετήθηκε σε νέες βάσεις.
Έντονα επηρεασμένοι από το κλίμα του ρομαντισμού και του νεο-κλασικισμού που κυριαρχούσε τότε στην Ευρώπη και ευνοούσε τη στροφή προς την κλασική αρχαιότητα, οι Βαυαροί μετέφεραν στην Ελλάδα τις αντιλήψεις μίας ακαδημαϊκής προσέγγισης του πολιτισμού της. Όσον αφορά στις εικαστικές τέχνες ιδιαίτερα, οι αντιλήψεις αυτές σήμαιναν τη λατρεία του κλασικού ωραίου, δηλαδή της συμμετρίας, της ισορροπίας, των σωστών αναλογιών και της άρτιας προοπτικής οργάνωσης του χώρου, καθώς και την αγάπη για το σχέδιο και τη γραμμή και τα ηρωικά και μυθολογικά θέματα.
Στον ελλαδικό χώρο όμως, με δεδομένο το πλαίσιο των εσωτερικών κοινωνικών εντάσεων και των δύσκολων ιστορικών και οικονομικών συνθηκών που χαρακτήριζαν τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, οι αντιλήψεις αυτές ταυτίστηκαν με το ξενόφερτο και το εχθρικό, εφόσον μάλιστα έμοιαζαν να αγνοούν τη σημασία της λαϊκής και της βυζαντινής παράδοσης, που ήταν όμως εξαιρετικά σημαντικές και γνώριμες για μεγάλη μερίδα του ντόπιου πληθυσμού.

Kωνσταντίνου Παρθένη, «H μάχη του Hρακλή με τις αμαζόνες» (π. 1922), Eθνική Πινακοθήκη και Mουσείο Aλεξάνδρου Σούτζου.

Μόνο στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα πια, με την εδραίωση του νέου κράτους, τη σταδιακή αστικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας και τη σχετική ωρίμανση του Σχολείου των Τεχνών, ως κρατικού φορέα διδασκαλίας των εικαστικών τεχνών σε ανώτατο επίπεδο, ο διάλογος των Ελλήνων δημιουργών με το κλασικό παρελθόν τους τοποθετήθηκε σε νέες βάσεις, που φυσικά δεν ήταν αμέτοχες και των ευρύτερων ευρωπαϊκών καλλιτεχνικών εξελίξεων. Κουρασμένα από τη στείρα επανάληψη των ιστορικών στιλ του παρελθόντος, τα ποικίλα κινήματα της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας και του μοντερνισμού καλούσαν ήδη τους καλλιτέχνες σε μία καινούργια ανάγνωση των αρχέτυπων μορφών και των μύθων του παρελθόντος, όχι μόνο του ευρωπαϊκού αλλά και άλλων πολιτισμών, που, συνεργαζόμενη με τις εξελίξεις στον επιστημονικό και κοινωνικό τομέα, θα αποτελούσε τη βάση του πολιτισμού του μοντέρνου ανθρώπου.
Ξεκινώντας από τα έργα του Κ. Παρθένη, συνεχίζοντας με εκείνα των Ν.Χ. Γκίκα, Γ. Μόραλη, Γ. Τσαρούχη, Ν. Νικολάου, Σ. Βασιλείου, Ν. Εγγονόπουλου, Χ. Καρά, Δ. Μυταρά, Α. Φασιανού, Σ. Σόρογκα, Σ. Καραβούζη, Γ. Ψυχοπαίδη, Γ. Λαζόγκα, Χ. Μποκόρου και καταλήγοντας στα γλυπτά των Ι. Αβραμίδη και Χ. Καπράλου, ο θεατής της έκθεσης Κλασικές Μνήμες στη Σύγχρονη Ελληνική Τέχνη βρίσκεται αντιμέτωπος με τα αποτελέσματα του νέου, γόνιμου διαλόγου της νεότερης ελληνικής τέχνης με το κλασικό της παρελθόν. Ενός διαλόγου που, χωρίς να περιορίζεται σε μία στείρα εθνικιστική αρχαιολατρία και σε περιγραφικά τουριστικά κλισέ του τύπου «κλαδί ελιάς και λευκό μάρμαρο σε γαλάζιο φόντο», και υιοθετώντας ποικιλία τεχνικών, υλικών και τρόπων
έκφρασης, αναζητά την ουσία του κλασικού στην αγάπη για τον άνθρωπο και τη ζωή, τη βαθύτερη ενατένιση του έρωτα και του θανάτου, και τους ποικίλους πειραματισμούς γύρω από τη σχέση του τρισδιάστατου πραγματικού με τον δισδιάστατο εικαστικό χώρο. Είναι χαρακτηριστικό πως ακόμα και σε εποχές που επικρατούσε ο απολυταρχισμός, που συχνά διαστρέβλωσε το κλασικό για να προπαγανδίσει τις δικές του απόψεις, οι Έλληνες δημιουργοί το χρησιμοποίησαν ακριβώς για να ειρωνευτούν και να καυτηριάσουν παρόμοιες τάσεις.

*Ιστορικού Τέχνης

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΥΠΟΤΡΟΦΩΝ ΚΟΙΝΩΦΕΛΟΥΣ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Σ. ΩΝΑΣΗΣ