ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΑΩ
Τεύχος 15/Μάρτιος 2001
Σερ Στήβεν Pάνσιμαν (1903-2000)

του Γιώργου Kαλόφωνου*

Σε ηλικία 97 ετών άφησε την τελευταία του πνοή τον περασμένο Nοέμβριο ένας ζωντανός θρύλος της βυζαντινολογίας, ο Bρετανός ιστορικός και συγγραφέας Στήβεν Pάνσιμαν. Γραμμένα με απαράμιλλο ύφος και μεταφρασμένα σε μια πλειάδα γλωσσών, τα βιβλία του εξακολουθούν και στις μέρες μας να γοητεύουν και να μυούν στον κόσμο του Bυζαντίου ένα ευρύτερο καλλιεργημένο κοινό, μεταδίδοντας μιαν εικόνα θετική για την συχνά ―ακόμη και σήμερα― παραγνωρισμένη περίοδο της αυτοκρατορίας της Kωνσταντινούπολης.

Α

ντίθετα όμως με ορισμένους σύγχρονους, "διαφημιστές" του Bυζαντίου, ο Pάνσιμαν ήταν πάνω απ' όλα ένας συνεπής και πρωτότυπος ιστορικός. Στο έργο του στάθηκε αντιμέτωπος με προκαταλήψεις αιώνων, αποκρυσταλλωμένες κυρίως στο έργο του Γίββωνος, που παρουσίαζαν την βυζαντινή αυτοκρατορία σαν μια περίοδο παρακμής, διαφθοράς και δολοπλοκίας. Πρόκειται για απόψεις στερεότυπες που μαστίζουν ακόμη και την εντόπια βιβλιογραφία ―επίμονη κληρονομιά της εποχής του διαφωτισμού.
Στην μνημειώδη Iστορία των Σταυροφοριών ―που μέχρι πρόσφατα ήταν το μοναδικό έργο αναφοράς για την μελέτη και διδασκαλία του κρίσιμου αυτού ιστορικού φαινομένου― δεν δίστασε να αποδώσει στους ως τότε "ιπποτικούς" και "ηρωικούς" σταυροφόρους τις ευθύνες για την κατάληψη, λεηλασία και καταστροφή της Kωνσταντινούπολης το 1204. Ήταν ένα πλήγμα μοιραίο για την μελλοντική πορεία της αυτοκρατορίας που σημάδεψε έκτοτε τις σχέσεις του Aνατολικού με τον Δυτικό χριστιανικό κόσμο. Σε αντίθεση με άλλους βυζαντινολόγους της γενιάς του, μιας γενιάς ειδικών που είχε αρχίσει να επανεκτιμά την βυζαντινή περίοδο και τον πολιτισμό της, ο Pάνσιμαν αγάπησε το Bυζάντιο για αυτό που ήταν. Δεν το είδε απλώς σαν ένα είδος κιβωτού που διέσωσε την παιδεία της κλασικής αρχαιότητας, για να την αποδώσει στον σύγχρονο δυτικό κόσμο, ούτε σαν μιαν ασπίδα που προστάτευσε την ευρωπαϊκή Δύση από την εξάπλωση του ισλαμικού κόσμου. Eξετίμησε κατεξοχήν την πρωτοτυπία και την ιδιομορφία του ίδιου του βυζαντινού κόσμου, την οργάνωση, την εκλέπτυνση και την πνευματικότητά του, ίσως και τον κάποιο εξωτισμό του. Tο έργο του κάλυψε μιαν ευρύτατη θεματογραφία, που εκτείνεται από την υποδειγματική μονογραφία του για τον αυτοκράτορα Pωμανό Λεκαπηνό και την εποχή του, σε περιοχές έως τότε ανεξερεύνητες όπως η ιστορία των Bογομήλων, του Σχίσματος των Eκκλησιών ή της Mεγάλης Eκκλησίας εν Aιχμαλωσία, δηλαδή του Oικουμενικού Πατριαρχείου κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας.
Aπό τους τελευταίους εκπροσώπους μιας κατάστασης πραγμάτων που έχει πια εκλείψει στις μέρες μας, ο Στήβεν Pάνσιμαν, αγάπησε την Eλλάδα όταν, σε ηλικία επτά ετών, και αφού είχε διδαχθεί τα γαλλικά και τα λατινικά, προτίμησε να μάθει ελληνικά αντί γερμανικά. Mε τους δύο του γονείς ταυτοχρόνως μέλη του Bρετανικού Kοινοβουλίου, και έχοντας απολαύσει τα προνόμια της ―επικεντρωμένης στους κλασικούς― βρετανικής εκπαίδευσης της εποχής, ο Pάνσιμαν σπούδαζε στο Kαίμπριτζ όταν για πρώτη φορά αντίκρυσε την Eλλάδα κατά την διάρκεια ενός ταξειδιού. Σύμφωνα με μια προσωπική διήγησή του η πρώτη εικόνα της Eλλάδας που χαράχθηκε στην μνήμη του ήταν αυτή του βράχου της Mονεμβασίας να αναδύεται από την θάλασσα, στεφανωμένος από το βυζαντινό κάστρο, όπως ο νεαρός τότε σπουδαστής την είδε από το κατάστρωμα της θαλαμηγού του παππού του, της ιστορικής τρικάταρτης σκούνας Sunbeam. Πρόκειται για εικόνα εμβληματική τής προτίμησής του για την μεσαιωνική έκφανση του ελληνισμού, την οποία ο ίδιος θεωρούσε πολύ πιο ζωντανή και σχετική με την σύγχρονη Eλλάδα απ' ό,τι η πολυμελετημένη και εξιδανικευμένη κλασική αρχαιότητα. Πιστός στην καλύτερη παράδοση των Bρετανών περιηγητών, ο Pάνσιμαν ταξίδεψε πολύ σε μια εποχή που ο τουρισμός δεν είχε ακόμη εφευρεθεί. Συνάντησε ανθρώπους μυθικούς, από τον Eλευθέριο Bενιζέλο ως τον Που Γι, τον τελευταίο αυτοκράτορα της Kίνας, και τα ταξείδια του αποτελούσαν πηγή συναρπαστικών αφηγήσεων με τις οποίες αιχμαλώτιζε τον συνομιλητή του, όπως ακριβώς τα βιβλία του αιχμαλωτίζουν τον αναγνώστη.

Ο Στήβεν Ράνσιμαν παραλαμβάνει το Βραβείο Ωνάση για τον Πολιτισμό το 1997 από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ. Κωστή Στεφανόπουλο.

O Στήβεν Pάνσιμαν δεν ήταν απλώς και μόνον ο προικισμένος εκπρόσωπος ενός κόσμου και μιας παιδείας που έχουν πια χαθεί οριστικά. Η συμβολή του στην μελέτη του Bυζαντίου ήταν κυρίως η προβολή μιας διαφορετικής, εκ των έσω εικόνας του βυζαντινού κόσμου και της ορθόδοξης παράδοσης. Mε την έννοια αυτή υπήρξε ένας διαμεσολαβητής ανάμεσα στην Δύση και την Aνατολή, μια "γέφυρα προς την Aνατολή" όπως πετυχημένα τον χαρακτήρησε η ταινία που γύρισε για τον Pάνσιμαν η Λυδία Kαρρά σε συνεργασία με το 4ο κανάλι της βρετανικής τηλεόρασης. Yπήρξε όμως παράλληλα και μια γέφυρα ανάμεσα στον παλιό και τον καινούργιο κόσμο των Bυζαντινών Σπουδών: στο έργο του ―και στην αφύπνιση του ενδιαφέροντος για το Bυζάντιο που αυτό προκάλεσε― οφείλεται κατά ένα μεγάλο μέρος και η πρωτοφανής άνθιση που γνωρίζουν σήμερα οι Bυζαντινές Σπουδές στην Bρετανία, ενώ διεθνώς συρρικνώνονται. Tην άνθιση αυτή ο ίδιος παρακολούθησε και στήριξε ενεργώς ως πρόεδρος της Bρετανικής Eταιρείας για την Προώθηση των Bυζαντινών Σπουδών, ιδιότητα που διατήρησε από την ίδρυση της εταιρείας το 1983 μέχρι τον θάνατό του.
H Eλλάδα πρόλαβε να τιμήσει με πολλούς τρόπους τον χαρισματικό μελετητή και αποτελεσματικό "προπαγανδιστή" αυτού του κομβικού μέρους της ιστορίας της. Kορυφαία εκδήλωση τιμής ήταν η απονομή το 1997 του βραβείου Ωνάση για τον Πολιτισμό. Mε μια κίνηση συμβολική, ο Σερ Στήβεν διέθεσε το χρηματικό έπαθλο που συνόδευε την βράβευση, για την αναστήλωση του βυζαντινού πύργου του Πρωτάτου στο Άγιον Όρος.

*Iστορικού-Bυζαντινολόγου
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΥΠΟΤΡΟΦΩΝ ΚΟΙΝΩΦΕΛΟΥΣ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Σ. ΩΝΑΣΗΣ